Τρίτη θητεία στο στόχαστρο: ο Μητσοτάκης κοιτάει το 2027 — αντίπαλος η κόπωση και τα 55 δισ.

0
8

Του Άγη Βερούτη

Η τρίτη θητεία δεν κατακτιέται με χειροκροτήματα σε συνέδριο. Κερδίζεται (ή χάνεται) στις ουρές του σούπερ μάρκετ, στην ειδοποίηση της ΑΑΔΕ, στο ανεβασμένο νοίκι, στον λογαριασμό του ρεύματος που κάθε μήνα απαιτεί νεύρα από ατσάλι.

Στο 16ο Συνέδριο της Νέα Δημοκρατία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε επί της ουσίας τον δρόμο για την κάλπη του 2027. «Μαζί για την Ελλάδα του 2030». Η τρίτη κυβέρνηση παρουσιάστηκε ως η επιλογή για μια ισχυρότερη, οργανωμένη και ασφαλέστερη χώρα — συνέχεια έργου και όχι απλή παράτασή του.

Το προεκλογικό αφήγημα

Αυτό είναι το κεντρικό προεκλογικό αφήγημα της ΝΔ για το 2027: να δει η κοινωνία την κάλπη ως σταθμό ολοκλήρωσης. «Ξεκινήσαμε το 2019, περάσαμε κρίσεις, κρατήσαμε τη χώρα όρθια, φέραμε επενδύσεις — τώρα πρέπει να τελειώσει η δουλειά». Εντυπωσιακά καθαρό και καθησυχαστικό για πολλούς πολίτες που κουράστηκαν από τον φόβο. Το κρίσιμο είναι αν αυτό θα φανεί και στους μηνιαίους λογαριασμούς.

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός παρουσίασε απολογισμό: 600.000 πρόσθετες θέσεις εργασίας, επενδυτική βαθμίδα, αυξημένοι μισθοί και συντάξεις, μείωση του δημόσιου χρέους. Το μήνυμα ήταν «τα είπαμε και τα κάναμε». Για να ζητήσεις νέα εμπιστοσύνη πρέπει πρώτα να δείξεις συνέπεια — και αυτό έγινε.

Μισές αλήθειες και πλήρη προβλήματα

Ο ίδιος αναγνώρισε όμως πως μεγάλο μέρος των αυξήσεων «καταβροχθίστηκε» από τον πληθωρισμό. Μια μισή φράση που κρύβει διπλό πρόβλημα: στον λόγο είναι μία παράγραφος — στο σπίτι σημαίνει μισοάδειο ψυγείο.

Ο πρωθυπουργός έθεσε και όριο στην παροχολογία: ξεκαθάρισε πως η κυβέρνηση θα πει και μεγάλα «όχι» στη διαδρομή προς την κάλπη, επειδή οι δυνατότητες του προϋπολογισμού είναι σημαντικές αλλά όχι απεριόριστες. Αυτό ακούγεται υπεύθυνα στις Βρυξέλλες, στις αγορές και σε σοβαρά ακροατήρια. Στον πολίτη που παλεύει με φόρους και εισφορές, όμως, ακούγεται διαφορετικά — σαν υπενθύμιση της πειθαρχίας την ώρα που το κράτος απορροφά τεράστιο μέρος του εθνικού εισοδήματος.

Το ζήτημα του κόστους του κράτους

Εδώ ανοίγει μια κουβέντα που η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά: δεν μπορεί το κράτος να ζητά διαρκώς από τον πολίτη να σφίγγει το ζωνάρι, ενώ το κόστος λειτουργίας του παραμένει υψηλό και δεν θυμίζει ψηφιακή επανάσταση. Η ψηφιοποίηση κόστισε πολύ και μείωσε ουρές και χαρτούρα — καλώς.

Το ερώτημα είναι πότε θα δούμε και φθηνότερο κράτος, που υποτίθεται πως προκύπτει από αυτοματοποίηση και ψηφιοποίηση. Αν ο πολίτης έγινε πιο διαφανής και πιο εύκολα εντοπίσιμος από το Δημόσιο, τους αλγορίθμους και τα συστήματα, γιατί δεν γίνεται και το Δημόσιο φθηνότερο γι’ αυτόν; Αλλιώς η ψηφιοποίηση μοιάζει με καλύτερο μηχανισμό είσπραξης παρά με μεταρρύθμιση υπέρ της κοινωνίας.

Συνέπεια: για ποιον;

Η «συνέπεια» αλλάζει νόημα ανάλογα με το ακροατήριο. Στο κομματικό κοινό σημαίνει αξιοπιστία. Στην αγορά ότι οι υποχρεώσεις πρέπει να πληρώνονται στην ώρα τους. Ο μισθωτός, ο μικρομεσαίος και ο ελεύθερος επαγγελματίας τη συναντούν καθημερινά σε πλατφόρμες, προθεσμίες, ρυθμίσεις και πρόστιμα. Όταν η κυβέρνηση ζητά να πιστωθεί πολιτική συνέπεια, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει τι χρεώνεται εκείνος γι’ αυτή τη συνέπεια.

Το επιχείρημα της διακυβέρνησης ήταν σαφές: ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος και το 2027 η Ελλάδα θα χρειαστεί σοβαρή διακυβέρνηση, όχι «πρόβα εξουσίας». Ποιος σηκώνει το τηλέφωνο στις τρεις το πρωί και ξέρει τι πρέπει να κάνει; Αυτό το δίλημμα θέλει να αναδείξει ο Μητσοτάκης: σε δύσκολες ώρες, η χώρα δεν αντέχει πρόβες.

Αποτροπή και ισχύς

Σε αυτό το αφήγημα υπάρχει πραγματικό επίτευγμα: η Ελλάδα ενίσχυσε σημαντικά την άμυνά της την τελευταία επταετία. Rafale, Belharra, αναβάθμιση των F-16, συμμαχίες με ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ. Η χώρα πέρασε από το δόγμα του κατευνασμού σε δόγμα αποτροπής — και αποτροπή σημαίνει ότι όποιος δοκιμάζει την Ελλάδα πρέπει να πληρώσει κόστος επί του πεδίου.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία σε μια περιοχή όπου η «καλή πρόθεση» χωρίς ισχύ μπορεί να παρεξηγηθεί γρήγορα. Το ερώτημα αν η αποτροπή θα παραμείνει στρατηγική επιλογή είναι πραγματικό, αλλά για την ώρα αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ του πρωθυπουργού.

Ο πραγματικός αντίπαλος

Το αφήγημα έχει δύναμη και πατά σε υπαρκτούς φόβους: η κοινωνία φοβάται την αστάθεια, θυμάται το 2015 και βλέπει την αντιπολίτευση χωρίς καθαρή κυβερνητική εναλλακτική. Αλλά ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Μητσοτάκη στις επόμενες εκλογές δεν είναι ο Ανδρουλάκης ή οι υπόλοιποι αρχηγοί — είναι η κόπωση από τη συνεχή φορολογική πίεση.

Η μεσαία τάξη και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις νιώθουν διωγμό: προκαταβολές, εισφορές, τεκμήρια, πρόστιμα, πλατφόρμες, προθεσμίες που πέφτουν η μία πάνω στην άλλη. Ο μικρομεσαίος δεν ζητά να τον κάνουν ήρωα — ζητά απλώς να μπορέσει να αναπνεύσει. Και έχει κουραστεί από κάποιους στελέχη που φαίνεται να τον βλέπουν ως ενοχλητικό υπόχρεο και όχι ως τον πολίτη που τους έδωσε την εντολή διακυβέρνησης.

Ο δεύτερος λογαριασμός

Υπάρχει και ο δεύτερος λογαριασμός που δεν χωρά σε κανένα συνέδριο: το άθροισμα των νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, που στην επταετία ξεπερνά τα 55 δισ. ευρώ. Αυτό δείχνει πως μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν προλαβαίνει πια να πληρώσει. Όταν πάνω από 4,5 εκατομμύρια άνθρωποι εμφανίζονται με χρέη στην εφορία, κάτι πιο βαθύ συμβαίνει από απλή «κακή κουλτούρα πληρωμών».

Η ακρίβεια, πέρα από τους μισθούς, έφαγε και την εμπιστοσύνη: τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια, τραπεζικές χρεώσεις και ανεξέλεγκτα ολιγοπώλια δημιούργησαν μια καθημερινότητα όπου ο πολίτης ακούει για την Ελλάδα του 2030 αλλά κοιτάζει πώς θα βγάλει το υπόλοιπο του 2026. Εκεί σπάει ο καθρέφτης: η χώρα μπορεί να φαίνεται καλύτερη στους δείκτες, αλλά ο πολίτης αισθάνεται χειρότερα — και αυτό φαίνεται στις δημοσκοπήσεις.

Η κρίσιμη απόδειξη

Εκεί θα κριθεί η τρίτη θητεία: για να πείσει, η «συνέχεια» πρέπει να μεταφραστεί σε καλύτερη ζωή και η σταθερότητα σε λιγότερη πίεση στον καθημερινό άνθρωπο. Οι ολιγάρχες τακτοποιήθηκαν. Τώρα είναι η σειρά του καθημερινού πολίτη.

Ο πολίτης δεν ξυπνά το πρωί ανησυχώντας για το αν το δημόσιο χρέος θα μειωθεί φέτος 4% ή 4,5%. Δεν αλλάζει η μέρα του επειδή ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έγινε επικεφαλής του Eurogroup. Δεν σώζεται ο μήνας του επειδή οι συντάξεις βγαίνουν τώρα σε εξάμηνο αντί σε διετία. Έχει κουραστεί να βλέπει διαφημίσεις της ΑΑΔΕ παντού και να ακούει για κουπόνια που πληρώθηκαν με τους δικούς του φόρους για να μοιραστούν με πολιτική κορδέλα.

Τον απασχολεί κάτι απλούστερο: αν οι συνεχείς αυξήσεις σε λογαριασμούς και φόρους θα τον αφήσουν φέτος χωρίς διακοπές και το παιδί του χωρίς φροντιστήριο.

Το τελικό κριτήριο

Η συνέπεια θα μετρηθεί στο τι μένει στο τέλος του μήνα. Η Ελλάδα του 2030 μπορεί να κερδίσει τη φαντασία μας — η ψήφος όμως ωριμάζει κάθε μήνα στο υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού.

Και εδώ κρύβεται το δηλητήριο: αν η «συνέχεια» και η «συνέπεια» τα τελευταία επτά χρόνια πληρώνονται κυρίως από την τσέπη των πολιτών, ενώ τράπεζες και ολιγοπώλια ωφελούνται, πώς θα πείσεις τον κόσμο ότι συμφέρει — χωρίς να πάρεις κεφάλια;

agissilaos@gmail.com