Η παχυσαρκία θεωρούνταν εδώ και καιρό μια αόρατη κρίση δημόσιας υγείας που απλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, με τα ποσοστά να αυξάνονται επί δεκαετίες. Ωστόσο μια μεγάλη διεθνής έρευνα φέρνει τώρα ορισμένα πιο ενθαρρυντικά μηνύματα για ορισμένες χώρες.
Στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature και εκπονήθηκε από τη σύμπραξη NCD-RisC, αναλύθηκαν δεδομένα για την παχυσαρκία από 232 εκατομμύρια άτομα ηλικίας από 5 ετών και άνω, σε εύρος 45 ετών. Η έρευνα καλύπτει μεγάλο αριθμό πληθυσμών και παρέχει μακροχρόνια εικόνα των τάσεων.
Σημαντική διεθνής έρευνα
Τα ευρήματα δείχνουν ότι σε πολλές χώρες υψηλού εισοδήματος της Δύσης οι τάσεις της παχυσαρκίας φαίνεται να επιβραδύνουν. Περιοχές όπως η Δυτική Ευρώπη, η Βόρεια Αμερική και η Αυστραλασία, καθώς και ορισμένες ασιατικές χώρες υψηλού εισοδήματος, εμφανίζουν σημάδια σταθεροποίησης και σε κάποιες περιπτώσεις ελαφράς υποχώρησης — ιδίως μεταξύ παιδιών και εφήβων.
Αρκετές μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η παχυσαρκία δεν είναι απλώς ένα ζήτημα βάρους. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακών, νεφρικών, ηπατικών και αναπνευστικών νοσημάτων, καθώς και με μυοσκελετικές διαταραχές που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής. Η επιβάρυνση αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής στην πανδημία COVID-19, όταν τα άτομα με παχυσαρκία είχαν υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης, νοσηλείας και θανάτου.
Παχυσαρκία ως μορφή υποσιτισμού
Παρά την αντίφαση που φέρνει η λέξη, η παχυσαρκία συχνά περιγράφεται ως μορφή υποσιτισμού — δηλαδή ως κατάσταση που προκύπτει από ελλείψεις, υπερβολές ή ανισορροπίες στην πρόσληψη θρεπτικών συστατικών. Ωστόσο, η διατροφή και η φυσική δραστηριότητα δεν είναι οι μόνες αιτίες.
Οι επιβαρυντικοί παράγοντες διαφέρουν ανά χώρα και μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου, καθώς αλλάζει η παραγωγή και η επεξεργασία τροφίμων, καθώς και οι τιμές και η διαθεσιμότητα. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οικονομικές συνθήκες, επίπεδα διαβίωσης, κοινωνικές συνήθειες και οι διατροφικές πολιτικές που υιοθετούνται από τις κυβερνήσεις.
Μεγάλη βάση δεδομένων
Για τη συγκεκριμένη ανάλυση, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από 4.050 πληθυσμιακές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1980 και 2024 σε 200 χώρες και περιοχές. Στόχος ήταν να αποτυπωθεί ετησίως η πορεία της παχυσαρκίας, όχι απλώς μια στιγμιαία καταγραφή, αλλά ο ρυθμός με τον οποίο τα ποσοστά αυξάνονται ή μειώνονται κάθε χρόνο.
Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ένα αναδυόμενο παγκόσμιο χάσμα: ενώ σε πολλές από τις πλουσιότερες χώρες τα ποσοστά αρχίζουν να σταθεροποιούνται, σε αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες η κρίση επιταχύνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς. Ειδικότερα, η επιβράδυνση στα ποσοστά παχυσαρκίας για παιδιά και εφήβους παρατηρείται ήδη από τη δεκαετία του 1990, ενώ στους ενήλικες μια αντίστοιχη τάση ξεκίνησε περίπου το 2000.


