Κυβέρνηση Νετανιάχου σε οριακή φάση — ο Μπεν Γκβιρ πυροδοτεί εσωτερική κρίση

0
13

Η κυβέρνηση του Μπένγιαμιν Νετανιάχου βιώνει ίσως την πιο σοβαρή εσωτερική κρίση της από την 7η Οκτωβρίου.

Για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, η πολιτική φθορά δεν περιορίζεται σε εξωτερικές αντιδράσεις ή στην πίεση της αντιπολίτευσης, αλλά πλήττει πλέον τον ίδιο τον πυρήνα της κυβερνητικής συμμαχίας.

Σε αυτή τη φάση το Ισραήλ φαίνεται να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στην επιβίωση του κυβερνητικού συνασπισμού και στις προσωπικές ατζέντες ορισμένων υπουργών.

Η ρήξη για τη θητεία των υπερορθόδοξων

Το πρώτο μεγάλο «αγκάθι» δεν προέκυψε χθες, αλλά εδώ και μήνες: η στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων Εβραίων (Haredim), που έχει εξελιχθεί σε ωρολογιακή βόμβα για τον πρωθυπουργό.

Τα κόμματα των Haredim απαιτούν μόνιμη εξαίρεση των πιστών τους από τη στράτευση, ενώ η ισραηλινή κοινωνία αγκομαχά στον πόλεμο και χιλιάδες έφεδροι παραμένουν για μήνες στα μέτωπα.

Οι Haredim αποτελούν βαθιά συντηρητική θρησκευτική κοινότητα που ακολουθεί αυστηρά τον εβραϊκό νόμο και διατηρεί σε μεγάλο βαθμό απομονωμένο τρόπο ζωής από την κοσμική κοινωνία.

Στο πολιτικό πεδίο ασκούν μεγάλη επιρροή μέσω κομμάτων που συμμετέχουν τακτικά σε κυβερνήσεις συνασπισμού, δημιουργώντας κρίσιμους εταίρους για το σχηματισμό κυβερνήσεων.

Η κοινωνική ανάγκη για ισοτιμία

Σήμερα το κεντρικό σημείο σύγκρουσης είναι η υποχρέωση στράτευσης των Haredim.

Για δεκαετίες πλήθος υπερορθόδοξων εξαιρούνταν ώστε να σπουδάζει σε θρησκευτικές σχολές (yeshivas). Όμως μετά την 7η Οκτωβρίου και τον παρατεταμένο πόλεμο, μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί άδικο να συνεχίζουν να πολεμούν κυρίως έφεδροι και κοσμικοί πολίτες, ενώ δεκάδες χιλιάδες υπερορθόδοξοι παραμένουν εκτός στρατού.

Αυτή η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες εσωτερικές κρίσεις της κυβέρνησης, διότι αν ο Νετανιάχου πιέσει για στράτευση κινδυνεύει να χάσει τη στήριξή τους και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αν όμως συνεχίσει να τους προστατεύει, η κοινωνική οργή θα ενταθεί.

Για πρώτη φορά βουλευτές ακόμη και από το ίδιο κυβερνητικό στρατόπεδο αρνούνται ανοιχτά να στηρίξουν τέτοιες ρυθμίσεις, φοβούμενοι κοινωνική έκρηξη. Το αφήγημα της «εθνικής ενότητας» που επικαλούνταν ο πρωθυπουργός μετά την 7η Οκτωβρίου αρχίζει να καταρρέει κάτω από τις αντιφάσεις του συνασπισμού.

Ακροδεξιά πολιτική και δημόσια κρίση

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι υπερορθόδοξοι που διεκδικούν διατήρηση προνομίων. Από την άλλη βρίσκονται οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί εταίροι που πιέζουν για ολοένα πιο σκληρές και ακραίες πολιτικές. Στο ενδιάμεσο, μια κοινωνία που βλέπει τον πόλεμο να παρατείνεται χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.

Ακόμη και μέσα που ιστορικά στηρίζουν τη δεξιά παραδέχονται ότι η κυβέρνηση λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός πολιτικής επιβίωσης του Νετανιάχου παρά ως πραγματική διοίκηση του κράτους.

Οι συνεχείς εκβιασμοί μικρών κομμάτων, οι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις και οι εσωτερικές συγκρούσεις έχουν σχηματίσει την εικόνα μιας κυβέρνησης σε αποσύνθεση.

Το πιο αποκαλυπτικό όμως είναι ότι η κρίση δεν περιορίζεται στο παρασκήνιο: τώρα εκδηλώνεται δημόσια, με πρωτοφανείς συγκρούσεις ακόμη και ανάμεσα σε κορυφαίους κρατικούς αξιωματούχους.

Η υπόθεση της αποστολής προς Γάζα

Η υπόθεση με τη διεθνή αποστολή αλληλεγγύης Global Sumud Flotilla προς τη Γάζα λειτούργησε ως καταλύτης.

Οι εικόνες με δεμένους και γονατισμένους ακτιβιστές από ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και Έλληνες πολίτες, προκάλεσαν μεγάλο διπλωματικό κόστος για το Ισραήλ.

Το βίντεο που δημοσιοποίησε ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Ίταμαρ Μπεν Γκβιρ, στο οποίο φέρεται να χλευάζει και να βρίζει δεμένους και γονατιστούς κρατούμενους ενώ κραδαίνει την ισραηλινή σημαία, προκάλεσε κατακραυγή ακόμη και από παραδοσιακούς συμμάχους.

Ένδειξη της σοβαρότητας ήταν η δημόσια αποστασιοποίηση και από το ίδιο το ισραηλινό πολιτικό κατεστημένο.

Ο πρωθυπουργός Μπένγιαμιν Νετανιάχου αναγκάστηκε να δηλώσει επίσημα πως «ο τρόπος με τον οποίο ο υπουργός Μπεν Γκβιρ διαχειρίστηκε τους ακτιβιστές δεν συνάδει με τις αξίες και τους κανόνες του Ισραήλ». Παράλληλα ανακοίνωσε ότι έδωσε εντολή να απελαθούν οι κρατούμενοι «το συντομότερο δυνατό».

Πιο αιχμηρός ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Μπεν Γκβιρ ότι «προκάλεσε ζημιά στο κράτος με αυτή τη ντροπιαστική παράσταση», λέγοντας δημόσια απευθυνόμενος στον Γκβιρ: «Δεν είσαι το πρόσωπο του Ισραήλ».

Σύμφωνα με διεθνή μέσα, παρόμοια αποδοκιμασία υπήρξε και από το γραφείο του προέδρου Ισαάκ Χέρζογκ, με αμερικανικά και ισραηλινά ΜΜΕ να μιλούν για «καθολική οργή» στην πολιτική ηγεσία απέναντι στον Γκβιρ.

Η απάντηση του Μπεν Γκβιρ και οι συνέπειες

Η αντίδραση του ίδιου του Μπεν Γκβιρ ήταν ενδεικτική της κατάστασης στην κυβέρνηση: «Υπάρχουν άνθρωποι μέσα στην κυβέρνηση που ακόμη δεν έχουν καταλάβει πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι σε υποστηρικτές της τρομοκρατίας», δήλωσε, επιτιθέμενος ουσιαστικά στον Νετανιάχου και στον Σάαρ.

Συνέχισε λέγοντας: «Το Ισραήλ σταμάτησε να είναι σάκος του μποξ. Όποιος έρχεται στη χώρα μας για να στηρίξει την τρομοκρατία και τη Χαμάς θα δέχεται χαστούκι και δεν θα γυρίζουμε και το άλλο μάγουλο».

Η αντιπαράθεση ξεπερνά την προσωπική διαμάχη: αποκαλύπτει ότι στην ίδια κυβέρνηση συνυπάρχουν πλέον δύο αντίθετες αντιλήψεις — η μία που προσπαθεί να διασώσει τη διεθνή εικόνα του Ισραήλ και η άλλη που θεωρεί επιτρεπτή τη δημόσια ταπείνωση αντιπάλων, ακτιβιστών ή κρατουμένων ως εργαλείο πολιτικής ισχύος.

Το πρόβλημα για τον πρωθυπουργό είναι ότι η δεύτερη τάση δεν είναι περιθωριακή· αποτελεί οργανικό μέρος της κυβέρνησής του.

Γι’ αυτό η υπόθεση Μπεν Γκβιρ έχει αρχίσει να λειτουργεί σαν πολιτικό μπούμερανγκ: όχι μόνο προκαλεί διεθνή απομόνωση, αλλά εκθέτει με ωμό τρόπο από ποιες πολιτικές δυνάμεις εξαρτάται ο Νετανιάχου για να παραμείνει στην εξουσία.

Οι εικόνες με Ευρωπαίους πολίτες γονατισμένους δεν προκάλεσαν απλώς διπλωματική κρίση· κατέρριψαν και το τελευταίο επιχείρημα ότι οι ακραίες φωνές της κυβέρνησης είναι γνωστές και υπό έλεγχο. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι η ακροδεξιά ρητορική αποτελεί βασικό συστατικό της πολιτικής επιβίωσης της κυβέρνησης.