Το νέο fund Skybound συγκέντρωσε $38 εκατ. και επενδύει σε deeptech — Αναπτύσσει τεχνολογία υπολογιστικής όρασης που θα αλλάξει τον τρόπο διαχείρισης των καλλιεργειών.

0
18

Η Skybound Venture Capital ανακοίνωσε επίσημα την έναρξη λειτουργίας της, έχοντας ήδη συγκεντρώσει $38 εκατ.. Το fund έχει προσελκύσει έντονο ενδιαφέρον από Έλληνες θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές και παραμένει ανοιχτό για περιορισμένο αριθμό νέων συμμετοχών έως το τελικό κλείσιμο.

Η ιστορία πίσω από το fund ξεκινάει πριν από μια δεκαετία, όταν στον κάμπο της Θεσσαλίας ένας νεαρός διδακτορικός φοιτητής αναπτύσσει τεχνολογία υπολογιστικής όρασης που θα άλλαζε τον τρόπο διαχείρισης των καλλιεργειών. Η εταιρεία ονομάστηκε Augmenta και ιδρυτής της ήταν ο Γιώργος Βαρβαρέλης.

Το ξεκίνημα της Augmenta

Στα χαρτιά η επένδυση φαινόταν ριψοκίνδυνη: hardware, επαρχία, αγροτεχνολογία και ιδρυτής χωρίς προϋπάρχουσα επιχειρηματική εμπειρία. Ωστόσο, η Θάλεια Μισαηλίδου επένδυσε πρώτη μέσω της Marathon Venture Capital, κατορθώνοντας εξαιρετικές αποδόσεις για τους επενδυτές της.

Πέντε χρόνια αργότερα η Augmenta εξαγοράστηκε για πάνω από $110 εκατ. από τη CNH Industrial, μια από τις μεγαλύτερες εξαγορές που έχει καταγράψει το ελληνικό startup οικοσύστημα.

Ο Γιώργος Βαρβαρέλης παρέμεινε στην εταιρεία, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση μεγάλων ομάδων τεχνολογίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ΗΠΑ.

Από την επενδυτική εμπειρία στη δημιουργία fund

Η Θάλεια Μισαηλίδου, που έχει εργαστεί στο τμήμα εξαγορών και συγχωνεύσεων της Merrill Lynch στο Λονδίνο και σε άλλες αγορές της Ευρώπης, μετέφερε τη διεθνή εμπειρία της στο ελληνικό startup περιβάλλον και λειτούργησε ως Principal σε ένα από τα πιο επιτυχημένα ελληνικά funds.

Σήμερα, οι δύο τους συνεργάζονται για την ίδρυση της Skybound Venture Capital, φέρνοντας στην ομάδα μια δεκαετία εμπειριών ως founders και investors.

«Συνδυάζουμε εμπειρία ως founders και investors», δήλωσε η Θάλεια Μισαηλίδου. «Η πραγματική καινοτομία σπάνια μοιάζει προφανής στην αρχή. Είμαστε εδώ για να στηρίξουμε founders που τολμούν να χτίσουν τεχνολογία με πραγματικό αντίκτυπο».

«Η Ευρώπη δεν χρειάζεται άλλο ένα παθητικό fund», πρόσθεσε ο Γιώργος Βαρβαρέλης. «Χρειάζεται επενδυτές που καταλαβαίνουν τι σημαίνει να χτίζεις από το μηδέν, κινούνται με τον ρυθμό των founders και πηγαίνουν all‑in όταν πιστεύουν σε κάτι. Επενδύουμε σε ανθρώπους που έχουν εμμονή με τα δύσκολα τεχνικά προβλήματα — όχι απλώς με το επόμενο trend λογισμικού».

Μοντέλο λειτουργίας

Η Skybound Venture Capital λειτουργεί πιο πολύ σαν startup παρά σαν παραδοσιακό fund: έχει σαφή επενδυτική άποψη για την αγορά, παίρνει γρήγορες αποφάσεις και χτίζει στοχευμένο χαρτοφυλάκιο εταιρειών.

Στόχος είναι επενδύσεις σε στάδια pre‑seed και seed, με αρχικές τοποθετήσεις από $500k‑$2 εκατ., διατηρώντας σημαντικό κεφάλαιο για επανεπένδυση στις εταιρείες που ξεχωρίζουν. Το χαρτοφυλάκιο παραμένει σκόπιμα μικρό και συγκεντρωμένο, όπως και το μέγεθος του fund.

Η επενδυτική στρατηγική επικεντρώνεται σε αυτό που η ομάδα χαρακτηρίζει «πραγματικό deeptech»: σύνθετες τεχνολογίες που δημιουργούν ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, τόσο σε software όσο και σε hardware, σε τομείς όπως advanced computing, infrastructure, bioengineering και frontier technologies.

Η ομάδα επιλέγει εταιρείες που χτίζουν προϊόντα όχι απλώς έξυπνα, αλλά αναγκαία, συνδυάζοντας επενδυτική πειθαρχία με ουσιαστικό προσανατολισμό στον θετικό κοινωνικό και τεχνολογικό αντίκτυπο.

Έδρα και δίκτυο

Με έδρα την Αθήνα, η Skybound αξιοποιεί τη νέα γενιά Ελλήνων ιδρυτών και την ελληνική διασπορά, ενώ παράλληλα αναπτύσσει διεθνή παρουσία σε τεχνολογικές κοινότητες σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν.

Η πρώτη επένδυση

Η πρώτη επένδυση του fund αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφία του: η Skybound ηγήθηκε του γύρου χρηματοδότησης ύψους $7,5 εκατ. της Neurosoft Bioelectronics, spin‑off του EPFL, που αναπτύσσει ελάχιστα επεμβατικά εγκεφαλικά εμφυτεύματα για την άμεση επικοινωνία εγκεφάλου‑υπολογιστή.

Η Skybound τοποθετήθηκε με $3,8 εκατ. στην εταιρεία, πριν ακολουθήσουν αμερικανικά funds.

Η Neurosoft Bioelectronics ανακοίνωσε πρόσφατα στρατηγική συνεργασία με τη Science Corp., εταιρεία του συνιδρυτή της Neuralink, Max Hodak, ενώ στον γύρο συμμετείχαν επίσης τα αμερικανικά IAG Capital Partners και Protocol Labs.

Το μοτίβο θυμίζει την περίπτωση της Augmenta: επένδυση σε δύσκολη τεχνολογία με πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα — τοποθέτηση πριν η αξία γίνει προφανής στην αγορά.