Σκηνικό «φωτιά» στην αγορά ρεύματος: Η βιομηχανία καταγγέλλει τεχνητές χρεώσεις παρά το φθηνό ρεύμα από ΑΠΕ

0
10

 

Σοβαρές καταγγελίες για στρεβλώσεις στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας διατυπώνει η ΕΒΙΚΕΝ, υποστηρίζοντας ότι οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές που δημιουργούνται από τη μαζική παραγωγή ενέργειας μέσω ΑΠΕ δεν φτάνουν ποτέ στον τελικό καταναλωτή. Με επιστολή προς τη ΡΑΑΕΥ και τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο, η βιομηχανία αφήνει σαφείς αιχμές για πρακτικές που – όπως αναφέρει – κρατούν τεχνητά αυξημένο το κόστος ηλεκτρισμού.

Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο όπου οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, ειδικά τις μεσημβρινές ώρες, καταγράφουν ακόμη και μηδενικά επίπεδα λόγω της τεράστιας παραγωγής φωτοβολταϊκών. Ωστόσο, σύμφωνα με τη βιομηχανία, αυτό το όφελος δεν μεταφέρεται ούτε στις επιχειρήσεις ούτε στα νοικοκυριά. Αντίθετα, όπως καταγγέλλεται, μετατρέπεται σε πρόσθετες επιβαρύνσεις μέσω της αγοράς εξισορρόπησης και των λογαριασμών προσαύξησης.

Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά να διερευνηθεί πιθανή χειραγώγηση της αγοράς κατά το διάστημα 5 έως 10 Μαΐου, υποστηρίζοντας ότι καταγράφηκαν τιμές «που δεν αντανακλούν τα θεμελιώδη μεγέθη προσφοράς – ζήτησης».

Πώς περιγράφεται ο μηχανισμός που κρατά ακριβό το ρεύμα

Στην επιστολή γίνεται λόγος για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, σύμφωνα με το οποίο θερμικές μονάδες εμφανίζονται να δηλώνουν μειωμένη διαθέσιμη ισχύ στην αγορά επόμενης ημέρας (DAM), διατηρώντας έτσι τις τιμές υψηλότερα από τα επίπεδα που θα δικαιολογούσε η υπερπαραγωγή πράσινης ενέργειας.

Όπως επισημαίνεται, στις 7 και 8 Μαΐου, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν αυξημένες εξαγωγές και όχι ιδιαίτερα υψηλή παραγωγή ΑΠΕ, οι τιμές μεταξύ 11:00 και 15:00 παρέμειναν μεταξύ 60 και 100 ευρώ/MWh.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με την καταγγελία, ο ΑΔΜΗΕ προχωρούσε σε εκτεταμένες ενεργοποιήσεις constraints σε μονάδες που ήδη συμμετείχαν στην αγορά επόμενης ημέρας, αυξάνοντας εκ των υστέρων την παραγωγή τους μέσω της αγοράς εξισορρόπησης. Η βιομηχανία υποστηρίζει ότι η πρακτική αυτή οδηγεί σε αυξημένες αποζημιώσεις μέσω του μηχανισμού pay-as-bid, μεταφέροντας τελικά το κόστος στον λογαριασμό προσαυξήσεων ΛΠ3, που επιβαρύνει συνολικά την αγορά.

«Το φθηνό ρεύμα χάνεται στην πίσω πόρτα»

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς που επικαλείται η ΕΒΙΚΕΝ, το βασικό πρόβλημα είναι ότι η χαμηλή ή ακόμη και μηδενική τιμή των ΑΠΕ δεν μετατρέπεται σε πραγματικό όφελος για τον τελικό χρήστη, καθώς το συνολικό κόστος διογκώνεται μέσω των μηχανισμών εξισορρόπησης.

Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, οι καταναλωτές δεν επιβαρύνονται μόνο με την τιμή της αγοράς επόμενης ημέρας αλλά και με πρόσθετες χρεώσεις από τους λογαριασμούς προσαύξησης, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις προσθέτουν ακόμη και 20-25 ευρώ/MWh στο τελικό κόστος.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο κόστος απωλειών του συστήματος μεταφοράς, το οποίο – σύμφωνα με τη βιομηχανία – υπολογίζεται με βάση τη μεσοσταθμική τιμή του ΑΔΜΗΕ και επιβαρύνεται επιπλέον με τις χρεώσεις ΛΠ. Η ΕΒΙΚΕΝ εκτιμά ότι ο τρόπος αυτός διογκώνει τεχνητά το κόστος της αγοράς και ζητά επανεξέταση του υπολογισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της 7ης Μαΐου, όταν – σύμφωνα με την επιστολή – επιβλήθηκαν constraints συνολικής ισχύος 724 MW σε μονάδες που είχαν ήδη ενταχθεί στη DAM, ενώ στη συνέχεια η ισχύς αυξήθηκε μέσω ISP περίπου στα 1.002 MW, οδηγώντας και σε αντίστοιχη αύξηση αποζημιώσεων.

Οι τιμές εκτοξεύθηκαν παρά την υψηλή ηλιοφάνεια

Ακόμη πιο αποκαλυπτική θεωρείται από τη βιομηχανία η εικόνα της 8ης Μαΐου. Παρά την έντονη ηλιοφάνεια και τη μεγάλη παραγωγή φωτοβολταϊκών, οι τιμές στις ώρες αιχμής των ΑΠΕ διαμορφώθηκαν από 65 έως 120 ευρώ/MWh.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην επιστολή, η προσπάθεια διατήρησης υψηλών τιμών είχε ως συνέπεια η Ελλάδα να μετατραπεί ακόμη και σε καθαρά εισαγωγική αγορά με εισαγωγές έως 500 MW.

Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά πλέον από τη ΡΑΑΕΥ να εξετάσει εάν οι θερμικές μονάδες δηλώνουν στην DAM ισχύ χαμηλότερη από τα τεχνικά ελάχιστα όριά τους και αν τα constraints αξιοποιούνται στρατηγικά προκειμένου να εξασφαλίζονται πρόσθετες αποζημιώσεις.

Πίσω από τη νέα αυτή σύγκρουση βρίσκεται ένα βαθύτερο ζήτημα για την ελληνική αγορά ενέργειας: κατά πόσο το σημερινό μοντέλο επιτρέπει πραγματικά στις ΑΠΕ να μειώνουν το ενεργειακό κόστος ή αν το όφελος τελικά εξανεμίζεται μέσω μηχανισμών εξισορρόπησης, περιορισμών και πρόσθετων χρεώσεων. Για τη βιομηχανία, το πρόβλημα έχει πλέον άμεσες συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα της χώρας, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, παρά τη σημαντική διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.