Ο γιατρός συνεχίζει παρουσιάζοντας τα κύρια συμπτώματα, τις αιτίες εμφάνισης και τις θεραπευτικές επιλογές για την πάθηση.
Κύρια συμπτώματα
Ο πιο χαρακτηριστικός πόνος εντοπίζεται στη βάση του αντίχειρα και γίνεται περισσότερο έντονος κατά τη σύλληψη αντικειμένων ή όταν ασκείται δύναμη με τον αντίχειρα.
Παρατηρείται επίσης οίδημα, ακαμψία και ευαισθησία στην περιοχή της βάσης του αντίχειρα.
Συχνά υπάρχει μειωμένο εύρος κίνησης του αντίχειρα και αισθητή δυσκολία στις καθημερινές κινήσεις.
Μπορεί να εμφανιστεί οστικό έπαρμα (προεξοχή) στη βάση του αντίχειρα και κριγμός (τριγμός) κατά την κίνηση.
Αιτιολογία και παράγοντες κινδύνου
Η αρθρίτιδα του αντίχειρα σχετίζεται συχνά με τη γήρανση, ενώ η ένταση και η φύση των δραστηριοτήτων του ασθενούς, καθώς και προηγούμενοι τραυματισμοί, επηρεάζουν την εμφάνισή της.
Η χαλαρότητα των συνδέσμων, ιδίως σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη αρθρίτιδας στη βάση του αντίχειρα.
Οι παραπάνω παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν αστάθεια της άρθρωσης, η οποία αρχικά εκδηλώνεται ως υπεξάρθρημα και σταδιακά οδηγεί σε καταστροφή των αρθρικών επιφανειών της καρπομετακάρπιας άρθρωσης.
Επιπλέον, η ύπαρξη αυτοάνοσων παθήσεων που προσβάλλουν τους χόνδρους, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, επιβαρύνει την εξέλιξη της νόσου.
Πώς τίθεται η διάγνωση
Στη φυσική εξέταση ο ιατρός διαπιστώνει οίδημα και ενδέχεται να παρατηρήσει μη φυσιολογικό ήβο ή οστικό έπαρμα στη βάση του πρώτου μετακαρπίου.
Κατά την παθητική κίνηση από τον εξεταστή γίνεται εύκολα αντιληπτός ο κριγμός στη βάση του αντίχειρα, ο οποίος συχνά συνοδεύεται από πόνο.
Οι απεικονιστικές εξετάσεις είναι απαραίτητες τόσο για την επιβεβαίωση της διάγνωσης όσο και για τη σταδιοποίηση της πάθησης και την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.
Οι βασικές απεικονιστικές μέθοδοι περιλαμβάνουν:
Ακτινογραφία για αρχική αξιολόγηση των οστικών αλλοιώσεων.
Μαγνητική τομογραφία για εκτίμηση της συνδεσμικής επάρκειας και της φθοράς του χόνδρου.
Αξονική τομογραφία σε περιπτώσεις με σημαντικές οστικές αλλοιώσεις.
Συντηρητικές θεραπείες
Στα αρχικά στάδια η θεραπεία στηρίζεται σε συνδυασμό μη χειρουργικών μέτρων.
Φαρμακευτική αγωγή με αντιφλεγμονώδη και αναλγητικά, τοπικά ή σε συνδυασμό με από του στόματος χορήγηση, αποτελεί συνήθη επιλογή.
Σε πολλές περιπτώσεις εφαρμόζονται ενδαρθρικές ενέσεις κορτικοστεροειδούς μακράς δράσης, καθώς και ενδαρθρικές εγχύσεις πλάσματος πλούσιου σε αιμοπετάλια (PRP).
Η νάρθηκοποίηση της άρθρωσης μπορεί να μειώσει τον πόνο και να προστατεύσει την άρθρωση κατά την επούλωση ή τον περιορισμό της φλεγμονής.
Πότε απαιτείται χειρουργείο και ποιες οι επιλογές
Όταν ο συνδυασμός των συντηρητικών μεθόδων δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, ο ιατρός μπορεί να προτείνει χειρουργική επέμβαση μέσω μίας τομής που δεν ξεπερνά τα 3,5 εκατοστά.
Οι συνηθέστερες χειρουργικές επιλογές είναι:
Αρθρόδεση της πρώτης καρπομετακάρπιας άρθρωσης: τα οστά στην προσβεβλημένη άρθρωση ενώνονται μόνιμα με την βοήθεια εμφυτευμάτων. Η αρθρόδεση καθιστά την περιοχή ανώδυνη και ικανή να αντέξει φόρτιση χωρίς πόνο, με ορισμένο όμως περιορισμό της κινητικότητας. Αποτελεί μόνιμη λύση και συνιστάται συχνά για χειρώνακτες, χωρίς ανάγκη νέας επέμβασης.
Αρθροπλαστική της πρώτης καρπομετακάρπιας άρθρωσης: αφαίρεση των φθαρμένων χόνδρινων επιφανειών και τοποθέτηση ειδικού εμφυτεύματος που αντικαθιστά την άρθρωση. Διατηρείται μεγαλύτερη λειτουργικότητα, αλλά υπάρχει πιθανότητα μελλοντικής επανεπέμβασης εάν το εμφύτευμα χαλαρώσει.
Αρθροπλαστική παρεμβολής: αφαιρείται ολόκληρο ή μέρος της προσβεβλημένης άρθρωσης και αντικαθίσταται με μόσχευμα από έναν τένοντα. Η τεχνική αυτή διατηρεί λειτουργικότητα της άρθρωσης.
Όλες οι παραπάνω επεμβάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς νοσηλεία. Μετά τη χειρουργική επέμβαση ο αντίχειρας ακινητοποιείται για περίπου 4 εβδομάδες. Αφού αφαιρεθεί ο γύψος, συστήνεται φυσικοθεραπεία για την αποκατάσταση της δύναμης και της κινητικότητας των χεριών.
«Η επιλογή ενός εξειδικευμένου Μικροχειρουργού Άνω Άκρου θα βοηθήσει τόσο στη σωστή διάγνωση και τη σταδιοποίηση της πάθησης όσο και στην κατάλληλη επιλογή χειρουργικής τεχνικής και την ορθή και αποτελεσματική περάτωση της. Τα αποτελέσματα είναι θεαματικά όσον αφορά την ανώδυνη και την πλήρη λειτουργικότητα του αντίχειρα», καταλήγει ο Ιωάννης Κορμπάκης.


