21.5 C
Athens
Δευτέρα, 22 Απριλίου, 2024

Διαφημιστείτε εδώ

JP Morgan: Τα 5 θετικά μηνύματα από το roadshow για τις τράπεζες. Εξαιρετικά ανοδικές προοπτικές για το 2024

Ψήφο εμπιστοσύνης στέλνει εκ νέου η JP Morgan για τις ελληνικές τράπεζες και με τον τρόπο αυτό ενισχύει το επενδυτικό τους story.

Mε αφορμή το roadshow που διοργάνωσε στη Νέα Υόρκη, η JP Morgan δηλώνει ότι αισθάνεται άνετα με τη στάση overweight που τηρεί στον κλάδο.

Όπως επισημαίνει:

  • οι οικονομικοί δείκτες σηματοδοτούν ανοδικές προοπτικές για το 2024, ιδιαίτερα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο,
  • οι τράπεζες θεωρούν ότι είναι σε καλή θέση να υπερασπιστούν τα ROTE παρά τις προοπτικές χαμηλότερων επιτοκίων, με αναμενόμενη ανάκαμψη της αύξησης των δανείων, ισχυρή δημιουργία προμηθειών και χωρίς ενδείξεις υποβάθμισης της ποιότητας του ενεργητικού.

“Επιστρέφουμε με τη θετική μας άποψη για τις ελληνικές τράπεζες ανέπαφη μεσοπρόθεσμα: με ευνοϊκό μακροοικονομικό πλαίσιο, καθαρούς ισολογισμούς, καλή αναπτυξιακή τροχιά στα δάνεια και διαρθρωτικές στηρίξεις για την κερδοφορία – συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας στην απόδοση του κόστους και τις βελτιωμένες προοπτικές”, όπως τονίζει η αμερικανική τράπεζα.

Τα 5 θετικά μηνύματα για τις τράπεζες που εκπέμπει η JP Morgan και διατηρούν τις ανοδικές προοπτικές για το 2024P είναι τα εξής:

  1. Ανάκαμψη της αύξησης των δανείων: Μετά από μια δύσκολη χρονιά για την αύξηση των δανείων το 2023 – λόγω των υψηλότερων επιτοκίων και των αποπληρωμών του μεγάλου εταιρικού τομέα – η ανάκαμψη είναι σε εξέλιξη, με το δ’ τρίμηνο του 2023 που δείχνει πολλά υποσχόμενο. Οι τράπεζες προβλέπουν ετήσια αύξηση 4%-6% στα εξυπηρετούμενα δάνεια για τα επόμενα χρόνια, χάρη στις εταιρικές επενδύσεις και της χρηματοδότησης που υποστηρίζεται από το Ταμείο Ανάκαμψης και η οποία θα φτάσει τα 5 δισ. ευρώ το 2024, ή περισσότερο από το 2% του ΑΕΠ και θα διατεθεί κυρίως σε έργα τουρισμού, πράσινης μετάβασης και ανάπτυξης υποδομών. Οι Αμερικανοί επενδυτές,  όπως τονίζει, εστίασαν αρκετά στην αδύναμη δυναμική των δανείων των νοικοκυριών και στο μακροπρόθεσμο δυναμικό ανάκαμψης, ιδιαίτερα στην αγορά στεγαστικών δανείων, με ετήσιες εκταμιεύσεις 1-1,2 δισ. ευρώ που εξακολουθούν να είναι στο 10% των προ κρίσης επιπέδων. Οι προσπάθειες των τραπεζών για την ενίσχυση των προτάσεων των πελατών, σε συνδυασμό με κυβερνητικές πρωτοβουλίες, όπως το ψηφιοποιημένο κτηματολόγιο και τα προγράμματα επιδότησης στεγαστικών δανείων, αναμένεται να ενισχύσουν τον δανεισμό από το 2025.
  2. Οι πρόσθετες πιέσεις στα έσοδα από τόκους (NII) αναμένεται να είναι μέτριες: Αν και τα οφέλη από τα υψηλότερα επιτόκια εξασθενούν, το μήνυμα από τις τράπεζες είναι ότι η ευαισθησία θα είναι μειωμένη λόγω της καλύτερης από την αναμενόμενη αύξηση των δανείων και τις ευνοϊκές τάσεις των καταθέσεων. Οι τράπεζες επενδύουν σε προϊόντα σταθερού επιτοκίου και επανεπενδύουν περιουσιακά στοιχεία που λήγουν με υψηλότερα επιτόκια – για παράδειγμα η Alpha Bank έχει περίπου 5 δισ. ευρώ χρεογράφων που λήγουν έως το 2026 που θα επανεπενδύονταν με premium 1-2% σε σχέση με τις τρέχουσες αποδόσεις.
  3. Η αλλαγή στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και την τραπεζοασφάλιση προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία στην αγορά: οι ελληνικές τράπεζες είναι αισιόδοξες για την αύξηση των εσόδων από προμήθειες, και ιδιαίτερη έμφαση στο δόθηκε στην αυξανόμενη διείσδυση στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και στις τραπεζοασφάλειες. Τα υπό διαχείριση ελληνικά περιουσιακά στοιχεία έχουν εξαιρετική πορεία με  ετήσια αύξηση 10% τα τελευταία τρία χρόνια, ξεπερνώντας την Ευρώπη. Ωστόσο, το μέγεθος της αγοράς της Ελλάδας παραμένει μέτριο, σημαντικά μικρότερο από η Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία. Τώρα η ανάπτυξη καθοδηγείται από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, την ανάκαμψη από την οικονομική κρίση και την βελτίωση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις υποστηρικτικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες.
  4. Η ποιότητα του ενεργητικού παραμένει ισχυρή ενώ το κόστος κινδύνου θα ομαλοποιηθεί κάτω από τις 50 μ.β. Παρά τα υψηλότερα επιτόκια, η ποιότητα ενεργητικού είναι ισχυρή υποστηριζόμενη από την ισχυρή μακροοικονομική δυναμική, τη χαμηλή εταιρική μόχλευση και μόχλευση των νοικοκυριών, καθώς και τα ανώτατα όρια επιτοκίων που προσφέρονται σε ευάλωτα νοικοκυριά. Στο εταιρικό χαρτοφυλάκιο, το οποίο περιλαμβάνει τα δύο τρίτα των συνολικών δανείων, οι τόνισαν ότι η κερδοφορία του εταιρικού τομέα βρισκόταν στα υψηλά πολλών ετών. Από την πλευρά των στεγαστικών δανείων, η αύξηση της απασχόλησης και οι υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί βελτιώνουν τα οικονομικά των νοικοκυριών, ενώ οι διοικήσεις τόνισαν επίσης ότι τα περισσότερα από τα υπόλοιπα στεγαστικά είναι παλιά δάνεια που έχουν επιβιώσει από την περίοδο της κρίσης και είναι διαρθρωτικά λιγότερο ευαίσθητα στις μεταβολές των επιτοκίων.
  5. Ισχυρό μήνυμα για την ανάπτυξη κεφαλαίων και την επιστροφή κεφαλαίου: Οι ελληνικές τράπεζες φάνηκαν αισιόδοξες για την επιστροφή κεφαλαίου από το 2024 αναμένοντας και την έγκριση του SSM Οι αρχικοί δείκτες payout αναμένεται να κινηθούν σε μέτρια επίπεδα, από 10% για την Πειραιώς έως πάνω από 25% για τη Eurobank και την Εθνική Τράπεζα (σύμφωνα με το προηγούμενο guidance), αλλά φαίνεται να αυξάνονται σταδιακά, φτάνοντας το 40% – 50%. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρούς δείκτες κεφαλαίου με τους οποίους ξεκινούν οι τράπεζες, ιδίως οι Εθνική Τράπεζα και Eurobank, καθώς και την υψηλή οργανική δημιουργία κεφαλαίου που αναμένεται το 2024-2026, η διάθεση τη πλεονάζουσας ρευστότητας γίνεται όλο και πιο σημαντική. Ενώ η Eurobank έδωσε έμφαση στις συνεχιζόμενες συγχωνεύσεις και εξαγορές στην Κύπρο, η Εθνική ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν ευκαιρίες συγχωνεύσεων και εξαγορών που να είχε μια οικονομική λογική – οπότε τράπεζα θα επικεντρωθεί σε αγορές χαρτοφυλακίου καθώς και σε συνεργασίες.

Επανακτήσεις των δανειακών χαρτοφυλακίων

Βασικός τομέας εστίασης είναι τα επανακτήσεις των δανειακών χαρτοφυλακίων (RPLs) που βρίσκονται στα χέρια των servicers και των private equity funds που πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης από τα NPE, καθώς και η χρηματοδότηση για ανακτηθέντα περιουσιακά στοιχεία και την απόκτηση NPE, με το δυνητικό μέγεθος της αγοράς να εκτιμάται σε 20-40 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, η επαναγορά μετοχών είναι στο επίκεντρο, καθώς σύμφωνα με την άποψη που διατύπωσε μια ελληνική τράπεζα, ο SSM μπορεί να προτιμά τα one-off buybacks για βελτιστοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου έναντι μιας υψηλότερης πληρωμής μερίσματος βραχυπρόθεσμα. Η JP Morgan αναμένει πάντως επαναγορά 8% από την Εθνική το 2024 σε σχέση με το υπόλοιπο 18% του μεριδίου του ΤΧΣ στην τράπεζα, ενώ η διοίκηση της τράπεζας τόνισε τα σχέδια επαναγοράς που εξετάστηκαν δεν αφορούν αποκλειστικά στο μερίδιο του ΤΧΣ.

Διαφημιστείτε εδώ
Latest news
BUSINESS
LIFE STYLE