Όταν ο ψηφοφόρος γίνει καταναλωτής: γιατί φθίνει η εμπιστοσύνη στην πολιτική

0
3

Η συζήτηση γύρω από την πολιτική αδιαφορία στην Ελλάδα συνήθως εγκλωβίζεται σε βαρύγδουπα, ακαδημαϊκά συμπεράσματα περί «κρίσης αντιπροσώπευσης» και μαζικής απάθειας. Στην πράξη όμως το φαινόμενο είναι πιο πεζό και εξηγείται με παραδείγματα της καθημερινότητας. Σκεφτείτε τον παραδοσιακό πελάτη ενός συνοικιακού καφενείου: για δεκαετίες πήγαινε εκεί από συνήθεια, γιατί πήγαινε ο πατέρας του ή γιατί ο ιδιοκτήτης φαινόταν ομοϊδεάτης. Όταν όμως ο καφές ανέβηκε πολύ, το σέρβις έγινε κακό και ο μαγαζάτορας άρχισε να τον ειρωνεύεται, ο πελάτης απλώς σταμάτησε να πηγαίνει — ή φτιάχνει ο ίδιος καφέ στο σπίτι.

Ο ψηφοφόρος ως καταναλωτής

Αυτή η μετάβαση αντιστοιχεί σήμερα στο εκλογικό σώμα: ο συναισθηματικός και ιδεολογικός δεσμός με τα κόμματα έχει χαλαρώσει. Ο ψηφοφόρος μετατράπηκε σε έναν ιδιαίτερα υποψιασμένο και κυνικό «καταναλωτή» της πολιτικής διαχείρισης, έτοιμο να ανακαλέσει την εμπιστοσύνη του με την πρώτη στραβή.

Η ευθύνη για τη γενικευμένη απογοήτευση βαραίνει όλο το πολιτικό σύστημα, και πρωτίστως την κυβέρνηση. Η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη πολιτική επικοινωνία και την κοινωνική πραγματικότητα έχει γίνει χαώδης. Όταν το κυβερνητικό επιτελείο πανηγυρίζει για αναβαθμίσεις, πλεονάσματα και επενδυτική βαθμίδα, ενώ οι πολίτες αισθάνονται ότι η αγοραστική τους δύναμη συρρικνώνεται, το αφήγημα καταρρέει.

Επικοινωνία χωρίς αντίκρισμα

Η κοινωνία αντιλαμβάνεται την εικόνα μίας υποχρεωτικής, τεχνοκρατικής διαχείρισης που μοιάζει να νοιάζεται περισσότερο για τα excel των οίκων αξιολόγησης παρά για το κόστος ζωής των πολιτών. Η απάντηση σε αυτή την αίσθηση περιορίζεται σε μερικά χιουμοριστικά βιντεάκια στα κοινωνικά δίκτυα και σε αποσπασματικά επιδόματα, που δεν φτιάχνουν ούτε διατηρούν προοπτική. Κάποιοι χρειάζεται να καταλάβουν ότι «η οθόνη του κινητού δεν χόρτασε ποτέ κανέναν».

Από την άλλη πλευρά, η αξιωματική αντιπολίτευση και τα παραδοσιακά κόμματα ζουν σε έναν αποκομμένο μικρόκοσμο. Αντί να προτείνουν εφαρμόσιμες εναλλακτικές, ανακυκλώνουν ξεπερασμένες ιδέες, εσωτερικές ίντριγκες και λαϊκίστικες υποσχέσεις για «λεφτόδεντρα» που πλέον προκαλούν μόνον ειρωνεία.

Νέα σχήματα και ρηχές υποσχέσεις

Μέσα σε αυτό το τέλμα φυτρώνουν σαν μανιτάρια διάφορα «νέα» κόμματα-startups: πολιτικοί σχηματισμοί μιας χρήσης, με αρχηγούς-influencers ή ανακυκλωμένα υλικά, που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τον θυμό του δρόμου. Υπόσχονται μεταξωτές κορδέλες —χωρίς κοστολόγηση— ποντάροντας στο «πέτα, πέτα λάσπη, όλο και κάτι θα μείνει».

Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτού του κατακερματισμού για την οικονομία και τις αγορές είναι εξαιρετικά επικίνδυνες. Το σοβαρό διεθνές κεφάλαιο αποστρέφεται την πολιτική ρευστότητα. Όταν μια χώρα παράγει αδύναμες κυβερνήσεις υπό συνεχή ομηρία, οι επενδύσεις παγώνουν και το οικονομικό ρίσκο ανεβαίνει.

Κι ακόμη χειρότερα: σε μια γεωπολιγική γειτονιά που παραμένει θερμή, μια πολιτικά κατακερματισμένη και ασταθής Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει ανίσχυρος παρατηρητής των εξελίξεων, αδύναμη να εκπέμψει την ισχύ που απαιτεί το διεθνές περιβάλλον.

Απαραίτητο ρεαλιστικό σχέδιο

Η αναστροφή της κατάστασης απαιτεί ρεαλισμό και παραγωγή μετρήσιμου έργου: πραγματική πάταξη της γραφειοκρατίας, ταχύτητα στην απονομή δικαιοσύνης και ένα μοντέλο που να δίνει κίνητρα για σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις και ουσιαστική αύξηση της προστιθέμενης αξίας, αντί συντήρησης του κρατισμού.

Οι πολίτες δεν αναζητούν πια μεσσίες ή ουρανοκατέβατους σωτήρες. Θέλουν σοβαρούς διαχειριστές που σέβονται τη νοημοσύνη τους και αναγνωρίζουν το κόστος που αυτοί έχουν καταβάλει, προσφέροντας αντίκρισμα. Αν το πολιτικό προσωπικό δεν το αντιληφθεί άμεσα, το επόμενο εκλογικό «χαστούκι» θα πλήξει το πολιτικό φάσμα από άκρη σε άκρη και θα έχει ιστορικές διαστάσεις, με απολύτως προβλέψιμες και ολέθριες συνέπειες.

Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr