Της Ελευθερίας Κούρταλη
Το γεωπολιτικό περιβάλλον στη Μέση Ανατολή παραμένει εύθραυστο. Οι ελπίδες και οι φόβοι για συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν εναλλάσσονται, τα αποθέματα πετρελαίου συρρικνώνονται και τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά για τρίτο μήνα.
Ακόμα και σε περίπτωση ανοίγματος, η επιστροφή στις προπολεμικές ροές ενέργειας θα αργήσει, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση πως οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν υψηλές για παρατεταμένο διάστημα.
Γεωπολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει
Αυτό είναι το υπόβαθρο με το οποίο κινούνται οι αγορές διεθνώς: αν και προς το παρόν επιδεικνύουν ψυχραιμία, κυριαρχεί η αβεβαιότητα — το χειρότερο στοιχείο για τα χρηματιστήρια και τους επενδυτές.
Ο «λευκός καπνός» στις γεωπολιτικές εξελίξεις είναι απαραίτητος για να μπορέσει το Euronext Athens να κεφαλαιοποιήσει τα θετικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας και των εισηγμένων εταιρειών, όπου οι δημοσιονομικές επιδόσεις εντυπωσιάζουν και η εταιρική κερδοφορία καταγράφει ρεκόρ.
Πρώτα αποτελέσματα και αντοχές
Το πρώτο δείγμα από τα αποτελέσματα του α’ τριμήνου είναι γενικά θετικό. Σύμφωνα με αναλύσεις, τα αποτελέσματα των τραπεζών επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα των βασικών γραμμών οργανικής κερδοφορίας: τα καθαρά έσοδα από τόκους ενισχύθηκαν κατά 1% και τα έσοδα από προμήθειες κατά 21%, επιδόσεις που συμβαδίζουν με τους στόχους της φετινής κερδοφορίας, όπως επισημαίνει ο Μάνος Χατζηδάκης της Beta Securities.
Τα τραπεζικά αποτελέσματα δεν έκρυψαν σημαντικές εκπλήξεις, με αποτέλεσμα κινήσεις συντήρησης και επιλεκτικών τοποθετήσεων στο ταμπλό, που όμως συνολικά λειτούργησαν υποστηρικτικά για την αγορά.
Εταιρικές κινήσεις κεφαλαίου
Πέρα από τα αποτελέσματα, η αγορά φαίνεται να προεξοφλεί και μια σειρά εταιρικών πράξεων αυξημένης κεφαλαιακής έντασης σε ομίλους όπως τα Αττικά Πολυκαταστήματα, τη ΔΕΗ, τον ΑΔΜΗΕ, την Trastor και τη METKA, κινητοποιώντας σημαντικό μέρος των ενεργών χαρτοφυλακίων τόσο εγχώριων όσο και ξένων επενδυτών.
Μέχρι στιγμής οι γεωπολιτικές αναταράξεις κρίνονται διαχειρίσιμες για τις εισηγμένες, οι οποίες έχουν προχωρήσει σε εξασφάλιση αποθεμάτων ή σε κινήσεις αντιστάθμισης για βασικά στοιχεία κόστους πωληθέντων. Ωστόσο, η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή, καθώς οι δυνατότητες αντιστάθμισης δεν είναι ανεξάντλητες και μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας μπορεί να πιέσει παραγωγικά κόστη και ζήτηση.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον μετακινείται
Όπως σημειώνει ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance, πέρα από τον τραπεζικό κλάδο, η ενέργεια και οι κατασκευές συγκεντρώνουν όλο και μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς παρουσιάζουν ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης.
Η διάχυση της ανοδικής κίνησης στη μεσαία και σε αρκετές περιπτώσεις στη μικρότερη κεφαλαιοποίηση έχει τώρα ουσιαστική δυναμική, με μικροεπενδυτές να αναζητούν μετοχές με υγιή θεμελιώδη και προοπτικές.
Τεχνικά, σύμφωνα με τη Fast Finance, η περιοχή των 2.320 μονάδων του Γενικού Δείκτη αποτελεί κρίσιμο επίπεδο, καθώς εκεί είχε ολοκληρωθεί και η ανοδική αντίδραση του Απριλίου. Μια σταθερή κατοχύρωση πάνω από τις 2.322 μονάδες θα ενίσχυε σημαντικά το θετικό σενάριο και θα άνοιγε τον δρόμο για υψηλότερα επίπεδα, ακόμα και για ισχυρές αποδόσεις το 2026 όπως το 2025.
Ξένοι επενδυτές και ροές
Η συμμετοχή των ξένων επενδυτών στο Χ.Α. διαμορφώθηκε στο 69% τον Απρίλιο, μήνα που ήταν ο τρίτος συνεχόμενος με καθαρές εκροές από την ελληνική αγορά. Εξαιτίας αυτού, είναι δύσκολη η διαφοροποίηση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου από τις ευρωπαϊκές αγορές, αναφέρει ο Δημήτρης Τζάνας, σύμβουλος επενδύσεων της Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ.
Και για τον ίδιο, ο «λευκός καπνός» στις γεωπολιτικές εξελίξεις παραμένει προαπαιτούμενο ώστε τα θετικά της ελληνικής οικονομίας και οι προοπτικές των εταιρειών να αποτιμηθούν διαφορετικά και να επιτευχθεί βιώσιμη κίνηση πάνω από τις 2.300 μονάδες.
Αναβαθμίσεις και διεθνές ενδιαφέρον
Παρά το ρίσκο, το Ελληνικό Χρηματιστήριο συνεχίζει να λαμβάνει στήριξη από θετικές εκθέσεις διεθνών οίκων, κυρίως λόγω της προγραμματισμένης αναβάθμισης σε ανεπτυγμένη αγορά που ξεκινά τον Σεπτέμβριο του 2026 και ολοκληρώνεται τον Μάιο του 2027.
Οι οίκοι FTSE, S&P Dow Jones και STOXX αναμένεται να αναβαθμίσουν την Ελλάδα από Emerging σε Developed Market το φθινόπωρο του 2026, ενώ λίγους μήνες αργότερα αντίστοιχη κίνηση προβλέπεται και στους δείκτες της MSCI.
Η Morgan Stanley τονίζει ότι η ελληνική αγορά βρίσκεται σε ευνοϊκό σημείο ενόψει της αναβάθμισης, εξέλιξη που αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά το ενδιαφέρον διεθνών επενδυτών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, οι αναβαθμίσεις των STOXX και FTSE αναμένεται να οδηγήσουν σε καθαρές παθητικές εισροές περίπου 700 εκατ. δολαρίων, ενώ η αναταξινόμηση από την MSCI μπορεί να προσθέσει περίπου 500 εκατ. δολαρίων σε καθαρές παθητικές εισροές.
Η Morgan Stanley σημειώνει επίσης ότι η Ελλάδα είναι σήμερα θέση overweight στα ενεργητικά funds για τις αναδυόμενες αγορές, κάτι που μπορεί να προκαλέσει πιθανά ρεύματα αναπροσαρμογής μετά την αναβάθμιση, αλλά οι συζητήσεις με επενδυτές δείχνουν ισχυρό ενδιαφέρον για διατήρηση έκθεσης μέσω τοποθετήσεων εκτός benchmark ή με τροποποιημένες εντολές.
Παράλληλα, η έκθεση των επενδυτών των ανεπτυγμένων αγορών στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη — μόλις το 12% των ευρωπαϊκών funds έχει σήμερα έκθεση στην ελληνική αγορά — στοιχείο που αφήνει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω εισροών.
Η Morgan Stanley προβλέπει επίσης ανάπτυξη στην Ελλάδα της τάξης του 2%-2,1% για την περίοδο 2026-2027, με μοχλούς την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, και επισημαίνει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης στήριξε την επενδυτική δραστηριότητα, η οποία αναμένεται να παραμείνει ισχυρή και το 2027.
Επιπλέον, αναφέρει ότι οι αποδόσεις των ελληνικών 10ετών κρατικών ομολόγων έχουν πλέον συγκλίνει με εκείνες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κινούμενες στα ίδια επίπεδα με τη Γαλλία και χαμηλότερα από την Ιταλία.
Νέο story για τις τράπεζες
Ο τραπεζικός κλάδος παραμένει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των αναλυτών. Η Wood εκτιμά ότι η αγορά δεν έχει ακόμη αποτιμήσει πλήρως τη διάρκεια της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών και τις μελλοντικές διανομές προς τους μετόχους, στοιχεία που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν την επόμενη φάση ανόδου των μετοχών τους.
Ο οίκος διατηρεί σύσταση “Buy” για τις έξι τράπεζες που καλύπτει: την Εθνική Τράπεζα, τη Eurobank, την Τράπεζα Πειραιώς, την Alpha Bank, την Optima Bank και την Τράπεζα Κύπρου. Οι τιμές-στόχοι διαμορφώνονται στα 17,80 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα (περίπου 22% περιθώριο ανόδου), στα 4,90 ευρώ για τη Eurobank (23%), στα 10,30 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς (19%), στα 4,60 ευρώ για την Alpha Bank (25%), στα 11,50 ευρώ για την Optima Bank (21%) και στα 11,50 ευρώ για την Τράπεζα Κύπρου (16%).
Η Wood τονίζει ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον παραμένει υποστηρικτικό, με πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα κυρίως επιχειρηματική και επενδυτική, όχι καταναλωτική. Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί, κατά την εκτίμησή της, να καλύψει το 30%-37% της σωρευτικής καθαρής αύξησης δανείων την περίοδο 2026-2028, στηρίζοντας προβλέψεις για αύξηση χορηγήσεων 5%-5,5%.
Η έκθεση της Wood δημοσιεύθηκε ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη το ετήσιο συνέδριο του οίκου στην Αθήνα, το “WOOD’s Greek Retreat”, που πραγματοποιήθηκε στις 14-15 Μαΐου και, σύμφωνα με πληροφορίες, συγκέντρωσε ισχυρό ενδιαφέρον, με περισσότερες από 30 εισηγμένες και μεγάλα funds να παραβρίσκονται.
Ο οίκος επισημαίνει ότι το στοίχημα για τις ελληνικές τράπεζες είναι διαφοροποιημένο ανά προφίλ, και ότι οι αποτιμήσεις τους δεν είναι πλέον «φθηνές»: για το 2026 η λογιστική αξία διαμορφώνεται στο 1,4x, το ROTE στο 15,2%, το P/E στο 9,8x και η μερισματική απόδοση στο 5,1%, έναντι 1,6x, 15,3%, 10,2x και 5,4% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες αντίστοιχα.
Συνεπώς, το επόμενο κεφάλαιο στην ιστορία των τραπεζών δεν αφορά πλέον κυρίως φθηνές αποτιμήσεις, αλλά την ικανότητά τους να παράγουν επαναλαμβανόμενα κέρδη, να διανέμουν κεφάλαια με διάρκεια και να διατηρούν υψηλά ROTE ακόμη και σε περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων.
Το “χρυσό εισιτήριο” για MSCI
Η τακτική αναθεώρηση των δεικτών της MSCI έφερε θετική έκπληξη για την Ελλάδα: ο οίκος πρόσθεσε τη ΓΕΚ Τέρνα στον βασικό δείκτη της χώρας, που πλέον περιλαμβάνει εννέα μετοχές — μαζί με τις Εθνική, Eurobank, Alpha Bank, Πειραιώς, ΔΕΗ, OTE, Allwyn και Jumbo.
Στον δείκτη small cap της MSCI τη θέση της ΓΕΚ Τέρνα πήρε η CrediaBank, ενώ αφαιρέθηκε η Cenergy. Η ένταξη της ΓΕΚ Τέρνα στον MSCI Standard Greece συνδέεται με την απόκτηση επενδυτικής βαθμίδας από τους οίκους Moody’s και S&P, καθιστώντας την τον μοναδικό ελληνικό μη χρηματοπιστωτικό όμιλο με Investment Grade και ενισχύοντας το διεθνές επενδυτικό προφίλ της.
Εκτιμάται ότι η αναδιάρθρωση των χαρτοφυλακίων των διεθνών θεσμικών επενδυτών μπορεί να επιφέρει εισροές κεφαλαίων της τάξης τουλάχιστον 130 εκατ. ευρώ.
Η MSCI έδωσε επίσης επικαιροποιημένη προσομοίωση των ελληνικών μετοχών που θα μπορούσαν να ενταχθούν στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών μετά την αναβάθμιση. Σύμφωνα με την άσκηση, έξι εταιρείες θα μπορούσαν να εισέλθουν στον δείκτη MSCI Mid Cap: η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς, η Alpha Bank, η ΔΕΗ και ο OTE. Αυτές αναμένεται επίσης να απαρτίζουν τον MSCI Greece Standard.
Στην προσομοίωση προβλέπεται επίσης ότι η Allwyn θα εξαιρεθεί από τους δείκτες MSCI, ενώ εταιρείες όπως οι Jumbo, ΓΕΚ Τέρνα, Motor Oil, Optima Bank, Titan, Cenergy, Helleniq Energy, Bally’s Intralot, ΔΑΑ, Βιοχάλκο, CrediaBank, όμιλος Aktor, ΕΥΔΑΠ, Lamda Development, Σαράντης, ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, ΟΛΠ και Autohellas θα μπορούσαν να προστεθούν στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης.
Συνολικά, οι αναβαθμίσεις και οι αναδιαρθρώσεις δεικτών τοποθετούν το Χρηματιστήριο σε θέση αυξημένης ελκυστικότητας για ξένα κεφάλαια, υπό την προϋπόθεση ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η ενεργειακή κρίση δεν επιβαρύνουν περαιτέρω τα θεμελιώδη μεγέθη.


