Μετά φόρων 3,584 δις ευρώ: Οι ελληνικές τράπεζες κλείνουν το 9μηνο με κέρδη και «κλειδί» τις προμήθειες

0
7

Συνεχίζεται το κερδοφόρο σερί του τραπεζικού κλάδου στο εννεάμηνο του 2025, καθώς τα καθαρά κέρδη του συνόλου των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν, κυρίως λόγω της αύξησης της καθαρής χρηματοδότησης προς την πραγματική οικονομία και της ενίσχυσης των καθαρών εσόδων από προμήθειες και άλλες πηγές.

Συνολικά, τα κέρδη προ φόρων των τραπεζών διαμορφώθηκαν στα 4,378 δις ευρώ έναντι 4,354 δις ευρώ το εννεάμηνο του 2024, σημειώνοντας αύξηση 0,5%. Τα κέρδη μετά φόρων ανήλθαν σε 3,584 δις ευρώ από 3,3 δις ευρώ, με άνοδο 8,6%.

Κύριοι παράγοντες της ανόδου

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος και την «Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική 2025», στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν έκτακτα έσοδα από αναβαλλόμενο φόρο που προέκυψαν από τη συναλλαγή συγχώνευσης με απορρόφηση της Alpha Υπηρεσιών και Συμμετοχών από την Alpha Bank (hive-down reversal) στο πλαίσιο εταιρικού μετασχηματισμού.

Επιπλέον, οι απομειώσεις στοιχείων ενεργητικού ήταν μικρότερες σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, όπου υπήρξαν μη επαναλαμβανόμενοι παράγοντες. Ως αποτέλεσμα, η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Έσοδα από τόκους και προμήθειες

Τα έσοδα από τις κύριες τραπεζικές εργασίες (καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα: η αύξηση στα καθαρά έσοδα από προμήθειες αντιστάθμισε τη μικρή μείωση στα καθαρά έσοδα από τόκους, η οποία συνδέεται με τη μείωση των βασικών επιτοκίων του Ευρωσυστήματος.

Πιο συγκεκριμένα, τα καθαρά έσοδα από τόκους στο εννεάμηνο ανήλθαν σε 6,467 δις ευρώ έναντι 6,719 δισ ευρώ, καταγράφοντας πτώση 3,8%. Τα καθαρά έσοδα από μη τοκοφόρες εργασίες έφτασαν τα 2,279 δις ευρώ έναντι 2,031 δις ευρώ, με αύξηση 12,2%.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους υποστηρίχθηκαν κυρίως από την καθαρή πιστωτική επέκταση, μεταξύ άλλων λόγω της αύξησης των πιστώσεων μέσω του RRF. Οι προμήθειες ενισχύθηκαν σημαντικά, κυρίως από έσοδα διαχείρισης χαρτοφυλακίου και πράξεις πληρωμών, σε συνάρτηση με την αύξηση της χρηματοδότησης, συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση και την ανθεκτικότητα των εσόδων.

Νομοθετική παρέμβαση και κόστη

Η νομοθετική ρύθμιση για τον περιορισμό των προμηθειών και λοιπών χρεώσεων επί συναλλαγών από τα ΑΤΜ των τραπεζών τέθηκε σε εφαρμογή στις 11.8.2025.

Παρά τα θετικά μεγέθη, τα κέρδη μετά από φόρους περιορίστηκαν από υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και, σε μικρότερο βαθμό, από αυξημένες προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, στο πλαίσιο ενεργειών των τραπεζών για βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού τους.

Προοπτικές για το έτος

Οι θετικές επιδόσεις του διαστήματος Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου προδιαγράφουν διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας για το σύνολο του 2025. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στις σημαντικές τράπεζες να πετύχουν τους μεσοπρόθεσμους στόχους για ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων και της χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και να υποστηρίξουν την επιτάχυνση της απόσβεσης των οριστικών και εκκαθαρισμένων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (deferred tax credits – DTCs).

Ρευστότητα και δείκτες

Η ρευστότητα των τραπεζών της ευρωζώνης και της Ελλάδος έμεινε σε υψηλά επίπεδα. Για τις ελληνικές τράπεζες, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) και ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) υποχώρησαν ελαφρώς σε σχέση με το τέλος του 2024, παραμένουν όμως πολύ πάνω από την εποπτική απαίτηση και από τους αντίστοιχους δείκτες των τραπεζών της ευρωζώνης.

Επίσης, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις παραμένει σημαντικά χαμηλότερος στις ελληνικές τράπεζες σε σύγκριση με τις τράπεζες της ευρωζώνης, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του συστήματος.

Συμπεράσματα και προκλήσεις

Συνοπτικά, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας συνεχίζει να ενισχύει την κερδοφορία και την ανθεκτικότητά του εν μέσω αυξημένων κινδύνων και αβεβαιότητας στο ευρύτερο περιβάλλον. Ωστόσο, οι αυξημένες αβεβαιότητες στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένουν πηγές ενδεχόμενων κινδύνων.

Απέναντι σε αυτά τα εξωγενή ρίσκα, είναι κρίσιμο οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν την θετική τους πορεία και να υλοποιήσουν τους μεσοπρόθεσμους στόχους τους, ώστε οι συνεχείς βελτιώσεις και τυχόν περαιτέρω αναβαθμίσεις να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στην αυξημένη αβεβαιότητα.