ΕΔΑΔ δικαιώνει κληρικούς και καταδικάζει Τουρκία για αποκλεισμό σε βακούφια

0
28
Δικαστική αίθουσα και συμβολικά κτίρια της Κωνσταντινούπολης με κληρικούς και νομικά έγγραφα, κληρικοί Οικουμενικού Πατριαρχείου

κληρικοί Οικουμενικού Πατριαρχείου δικαιώθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η απόφαση καταδίκασε τη Τουρκία, κρίνοντας ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδη δικαιώματά τους σχετικά με τον αποκλεισμό τους από τις διοικήσεις μειονοτικών ιδρυμάτων στην Κωνσταντινούπολη.

Πρόκειται για δύο Έλληνες Ορθόδοξους ιερωμένους που είχαν εκλεγεί σε διοικητικά συμβούλια μη μουσουλμανικών βακουφίων της κοινότητας της Κωνσταντινούπολης και τους αφαιρέθηκε η ιδιότητα μέλους των οργάνων με απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων, με την αιτιολογία ότι ως κληρικοί δεν μπορούν να κατέχουν διοικητικές θέσεις.

Οι δύο κληρικοί είχαν λάβει τις εν λόγω θέσεις το 2011, αλλά η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων αποφάσισε τις διαγραφές επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης και την πρακτική ότι μόνο λαϊκά μέλη επιτρέπεται να συμμετέχουν.

Ιστορικό της υπόθεσης

Οι δύο ιερωμένοι είχαν εκλεγεί στο διοικητικό συμβούλιο του ελληνικού ιδρύματος της ελληνορθόδοξης εκκλησίας της Αναλήψεως Υψωμαθείων. Πρόκειται για τον Νικόλαο Μαυράκη, γνωστό ως Γεννάδιο, και τον Γεώργιο Κασάπογλου, οι οποίοι είχαν καταγραφεί στο πρακτικό εκλογής που κατατέθηκε στη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Παρά την κατάθεση του πρακτικού, με απόφαση της 5 Μαρτίου 2012 οι δύο κληρικοί διαγράφηκαν από τα διοικητικά όργανα εξαιτίας της ιερατικής τους ιδιότητας, καθώς, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Βακουφίων, οι ιερείς δεν δικαιούνται να αναλάβουν διοικητικά καθήκοντα σε τέτοια ιδρύματα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2008 υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ των τότε υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας, της Ντόρας Μπακογιάννη και του Αμπντουλάχ Γκιουλ, και η τουρκική νομοθεσία προέβλεψε τη διεξαγωγή εκλογών για τις διοικήσεις των μη μουσουλμανικών βακουφίων.

Δικαστικές διαμάχες δεκαετίας

Παρά την προβλεπόμενη διεξαγωγή εκλογών, οι τουρκικές αρχές διατήρησαν την πρακτική να μην αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επιτρέποντας μόνο τη συμμετοχή λαϊκών μελών της ελληνορθόδοξης κοινότητας.

Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στα τουρκικά δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι ο Κανονισμός των Βακουφίων δεν περιείχε απαγόρευση συμμετοχής κληρικών στις διοικήσεις. Σε πρώτο βαθμό, τα τουρκικά δικαστήρια τους δικαίωσαν, διαπιστώνοντας έλλειψη νομικής βάσης για τον αποκλεισμό τους.

Ωστόσο, η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων άσκησε έφεση και το θέμα έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, που έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια ήταν αρμόδια και όχι τα διοικητικά, προκαλώντας μια πολύχρονη νομική διαμάχη που διήρκεσε περίπου δέκα χρόνια.

Ανώτατες αποφάσεις και παρέμβαση

Η υπόθεση κατέληξε στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας, το οποίο το 2024 διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι λόγω υπερβολικών καθυστερήσεων, χωρίς όμως να αποφανθεί επί της ουσίας για το δικαίωμα των κληρικών να εκλέγονται.

Κατόπιν, οι δύο κληρικοί προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο στις 25 Μαΐου 2026 έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της θρησκευτικής ελευθερίας, διαπιστώνοντας ότι οι προσφεύγοντες εμποδίστηκαν να συμμετάσχουν σε ιδρύματα που διαχειρίζονται εκκλησίες, σχολεία και άλλους οργανισμούς της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης.

Ποινές και αποζημιώσεις

Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση των δικαιωμάτων των κληρικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Γεώργιος Κασάπογλου και Νικόλαος Μαυράκης, στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και στη θρησκευτική ελευθερία.

Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι οι τουρκικές αρχές δεν παρουσίασαν «επαρκή και σαφή νομική βάση» για τον αποκλεισμό τους, σημειώνοντας ότι “δεν υπήρχε σαφής, προσβάσιμη και προβλέψιμη νομική βάση που να μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση” της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων της Τουρκίας.

Το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης την καταβολή αποζημίωσης ύψους 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα, καθώς και την κάλυψη των δικαστικών εξόδων από τη Τουρκία.

Σχόλια και επιπτώσεις

Την υπόθεση ενώπιον του ΕΔΑΔ χειρίστηκαν οι δικηγόροι Πάρις Ασανάκης και Στέφανος Σταύρου, ο τελευταίος με έδρα το Στρασβούργο, οι οποίοι σύμφωνα με το ρεπορτάζ διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο, αντικρούοντας σημείο προς σημείο τις αιτιάσεις της τουρκικής πλευράς.

Ο νομικός σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συνήγορος των δύο κληρικών, Πάρις Ασανάκης, χαρακτήρισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ την απόφαση “ιστορικής σημασίας”, επισημαίνοντας ότι δεν αφορά μόνο την τρέχουσα διαφορά αλλά αλλάζει πρακτικές δεκαετιών για την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης.

Σημασία για το μέλλον

Ο Πάρις Ασανάκης εξηγεί ότι η απόφαση έχει διπλή σημασία και μπορεί να επιτρέψει την εκλογιμότητα κληρικών σε ομογενειακά ιδρύματα στις επόμενες εκλογικές διαδικασίες της Κωνσταντινούπολης.

Επικαλούμενος γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο νομικός σύμβουλος τόνισε ότι το διεθνές νομικό πλαίσιο κινείται προς την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και δεν μπορεί να περιορίζει τέτοια δικαιώματα λόγω παλαιότερων ρυθμίσεων.

“Ακόμη και αν το προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάνης, με βάση την Επιτροπή της Βενετίας, λόγω του ότι έχουν υπάρξει μεταγενέστερα διεθνή όργανα στα οποία έχει προσχωρήσει η Τουρκία, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν θα μπορούσε έτσι κι αλλιώς να περιοριστεί ένα τέτοιο δικαίωμα. Δηλαδή ούτε το δικαίωμα του Πατριαρχείου να χρησιμοποιεί τον όρο “οικουμενικός”, ούτε, κατ’ επέκταση, το δικαίωμα ενός ιερέα να ασκεί τα δικαιώματα που ασκούν και οι λαϊκοί σε μια ελληνορθόδοξη κοινότητα”.

Θρησκευτική ελευθερία και πλουραλισμός

Το ΕΔΑΔ αναγνώρισε για πρώτη φορά ότι η συμπεριφορά της Τουρκίας δεν θίγει μόνον διοικητικά ή περιουσιακά ζητήματα μειονοτήτων, αλλά πλήττει ευθέως την ελευθερία της θρησκείας, καθώς η απομάκρυνση κληρικών λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας συνιστά παρέμβαση στον πυρήνα της θρησκευτικής τους ταυτότητας.

Η απόφαση τονίζει ότι ένας κληρικός δεν χάνει τα δικαιώματα του πολίτη ή του μέλους μιας κοινότητας εξαιτίας της θρησκευτικής του ιδιότητας και ότι η ιδιότητα αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λόγος αποκλεισμού από τη διοίκηση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, όπως τα βακούφια.

“Ο πλουραλισμός βασίζεται στην ουσιαστική αναγνώριση και τον σεβασμό της πολιτισμικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ποικιλομορφίας, και η αρμονική αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμων και ομάδων με διαφορετικές ταυτότητες είναι ουσιώδης για την κοινωνική συνοχή”, αναφέρει η απόφαση, προσθέτοντας ότι “οι ενώσεις που συστήνονται, ιδίως για τη διατήρηση της πολιτιστικής ή πνευματικής κληρονομιάς, για την προώθηση κοινωνικών ή οικονομικών σκοπών, για τη διδασκαλία μιας θρησκείας ή για την υπεράσπιση εθνοτικής ή μειονοτικής ταυτότητας, διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας”.

Στην πράξη, όπως επισημαίνει ο Πάρις Ασανάκης, αυτή η απόφαση αποτελεί προηγούμενο, καθώς αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός κληρικών από τη διοίκηση εκκλησιαστικών ιδρυμάτων μπορεί να συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και ανοίγει το δρόμο για νέες σχετικές προσφυγές.