Η μαθημένη αβοηθησία δεν είναι συνωνυμη της τεμπελιάς ή της αδιαφορίας. Συχνά πρόκειται για ένα παιδί που έχει κουραστεί από τις αποτυχίες και καταλήγει να πιστεύει ότι δεν διαθέτει ικανότητες — τι μπορούν να κάνουν γονείς και εκπαιδευτικοί για αυτό.
Υπάρχουν παιδιά, ιδιαίτερα αυτά με μαθησιακές δυσκολίες, που μετά από συνεχόμενες μη επιτυχημένες προσπάθειες στο σχολείο αρχίζουν να «παραιτούνται». Απέχουν από ό,τι απαιτεί προσπάθεια και διατυπώνουν φράσεις όπως «δεν μπορώ», «δεν είμαι καλός στα μαθήματα» ή «ό,τι και να κάνω θα αποτύχω». Πίσω από αυτή τη στάση συχνά κρύβεται το ψυχολογικό φαινόμενο που ονομάζεται μαθημένη αβοηθησία.
Τι είναι η μαθημένη αβοηθησία
Πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία το άτομο, μέσα από επαναλαμβανόμενες αποτυχίες ή αρνητικές εμπειρίες, μαθαίνει ότι δεν έχει έλεγχο στην κατάστασή του. Η αποτυχία θεωρείται αναπόφευκτη και το παιδί πιστεύει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.
Αποτέλεσμα είναι ότι σταδιακά σταματά να προσπαθεί, ακόμη και όταν υπάρχουν πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Πειραματική απόδειξη
Ο όρος εισήχθη στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από τον Αμερικανό ψυχολόγο Μάρτιν Σέλιγκμαν, μέσα από πειράματα στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Στα πειράματα αυτά ο Σέλιγκμαν παρατήρησε ότι ζώα που εκτίθεντο επανειλημμένα σε δυσάρεστες καταστάσεις από τις οποίες δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, αργότερα δεν προσπαθούσαν να αντιδράσουν ακόμη κι όταν υπήρχε τρόπος διαφυγής.
Αργότερα οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το ίδιο μοτίβο μπορεί να εμφανιστεί και στους ανθρώπους, ιδιαίτερα σε παιδιά που βιώνουν συνεχείς αποτυχίες στο σχολείο ή έντονη κριτική.
Γιατί πλήττονται περισσότερο τα παιδιά με δυσκολίες
Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες είναι πιθανότερο να αναπτύξουν μαθημένη αβοηθησία επειδή συχνά προσπαθούν χωρίς να βλέπουν το αποτέλεσμα που περιμένουν. Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται στην ανάγνωση, στη γραφή ή στα μαθηματικά και δέχεται επαναλαμβανόμενα αρνητικά σχόλια ή χαμηλούς βαθμούς, μπορεί να καταλήξει να πιστεύει ότι η προσπάθεια δεν έχει νόημα.
Μελέτες δείχνουν ότι η μαθημένη αβοηθησία συνδέεται με χαμηλότερη σχολική επίδοση, αυξημένο άγχος και μειωμένη αυτοεκτίμηση στα παιδιά. Επιπλέον, ερευνητές από τη Σκανδιναβία βρήκαν ότι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα μαθημένης αβοηθησίας και ψυχολογικής επιβάρυνσης σε σχέση με τους συνομηλίκους τους.
Πώς εκδηλώνεται στην καθημερινότητα
Η μαθημένη αβοηθησία δεν είναι τεμπελιά: συχνά είναι το αποτέλεσμα της απογοήτευσης από τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες και της πεποίθησης ότι το παιδί δεν έχει τις ικανότητες που απαιτούνται. Στην πρακτική της πλευρά, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι αποφεύγει δύσκολες ασκήσεις, εγκαταλείπει εύκολα τις προσπάθειες, φοβάται να κάνει λάθος, δεν συμμετέχει στην τάξη ή επαναλαμβάνει «δεν μπορώ».
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι, αν αυτή η στάση παγιωθεί, μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη σχολική πορεία αλλά και τις σχέσεις, την εργασία και την ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή. Η μαθημένη αβοηθησία έχει επίσης συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης.
Τι μπορούν να κάνουν γονείς και δάσκαλοι
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η αντιμετώπιση ξεκινά από την επαναφορά του αισθήματος ελέγχου και της εμπειρίας επιτυχίας. Το παιδί χρειάζεται να βιώνει μικρές, ρεαλιστικές νίκες ώστε να καταλάβει ότι η προσπάθεια μπορεί να αποδώσει.
Σύμφωνα με σύγχρονες εκπαιδευτικές μελέτες βοηθούν ιδιαίτερα η θέσπιση μικρών και εφικτών στόχων, η επιβράβευση της προσπάθειας και όχι μόνο του αποτελέσματος, η εξατομικευμένη διδασκαλία, η αποφυγή συνεχούς κριτικής και η ενίσχυση της αυτονομίας του παιδιού.
Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης ο τρόπος που το ίδιο το παιδί ερμηνεύει την αποτυχία. Αν πιστεύει «είμαι χαζός» ή «ποτέ δεν θα τα καταφέρω», τότε η αβοηθησία ενισχύεται. Όταν όμως μάθει ότι η δυσκολία είναι προσωρινή και μπορεί να βελτιωθεί με υποστήριξη και εξάσκηση, μειώνεται ο κίνδυνος να παραιτηθεί.
Ο ίδιος ο Μάρτιν Σέλιγκμαν ανέπτυξε αργότερα την έννοια της «μαθημένης αισιοδοξίας», υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με πιο ενισχυτικό και αισιόδοξο τρόπο σκέψης.
istock


