Επιστολή Κοβέσι: Αποκαλύψεις για ανανέωση θητείας

0
8
Η επιστολή Κοβέσι και η ανανέωση θητειών των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων σε κρίσιμο σημείο

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου*

Η επιστολή Κοβέσι προς την Κομισιόν ήρθε να επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση μια υπόθεση που είχε περάσει σε δεύτερο πλάνο μετά την ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων: τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και Αρείου Πάγου.

Στην επιστολή της η Κοβέσι ζητεί την έναρξη διαδικασίας περικοπής ευρωπαϊκών κονδυλίων για την Ελλάδα, σε τρόπο που παραπέμπει σε αντίστοιχη κίνηση κατά της Ουγγαρίας το 2022. Μεταξύ των επισημάνσεων της EPPO περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αιτιάσεις σχετικά με την τροπολογία Φλωρίδη (το άρθρο 40 ν. 5303/2026 που θεσπίζει το νέο άρθρο 32Α ΚΠΔ), αλλά κατά την άποψή μας υπάρχει ένα σημαντικότερο σημείο που αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος.

Επιστολή Κοβέσι: η τροπολογία Φλωρίδη

Η πλήρης επιστολή της κ. Κοβέσι δεν δημοσιοποιήθηκε, οπότε δεν είναι γνωστές λεπτομερώς οι συγκεκριμένες αιτιάσεις της κατά του νέου άρθρου 32Α ΚΠΔ. Από τα στοιχεία που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, διακρίνουμε δύο σημεία που κρίνονται προβληματικά.

Πρώτο ζήτημα είναι η σύντμηση των προθεσμιών ανάκρισης σε τέσσερις μήνες με μία μήνα συμπληρωματική ανάκριση. Η κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη αποφυγής των παρατεταμένων δικαστικών εκκρεμοτήτων για πολιτικά πρόσωπα, ωστόσο ήδη έχει τεκμηριωθεί ότι η απονομή διαφορετικής Δικαιοσύνης για πολιτικούς και πολίτες δεν βελτιώνει συνολικά την απονομή της Δικαιοσύνης.

Σύντμηση προθεσμιών και κίνδυνοι

Η υπερβολικά σύντομη προθεσμία ανάκρισης ενέχει τον κίνδυνο της αδυναμίας επαρκούς τεκμηρίωσης των αδικημάτων. Σε περίπλοκες υποθέσεις οι νόμιμες προθεσμίες ανάκρισης παρατείνονται, ενίοτε και για έτη· στην πράξη όμως, σε υποθέσεις με κυβερνητικό ενδιαφέρον, οι ανακριτές μπορεί να πιεστούν να περιοριστούν στο προβλεπόμενο χρονικό πλαίσιο, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή τεκμηρίωση βουλευτικών αδικημάτων.

Δεύτερο πιθανώς προβληματικό στοιχείο του νέου άρθρου είναι η υποχρεωτική ανάθεση «βουλευτικών» υποθέσεων σε εφέτη αντί σε πρωτοδίκη ανακριτή. Όπως έχουμε εξηγήσει, είναι πιο πιθανό ένα κυβερνητικό επιτελείο να δυσαρεσταθεί από τη στάση ενός πρωτοδίκη ανακριτή παρά από εφέτη, γι’ αυτό και η ρύθμιση αυτή προκαλεί εντυπώσεις μεροληψίας.

Αναφορά στην επιστολή Κοβέσι και η 6-3-2023

Η τροπολογία αγγίζει έμμεσα τον ίδιο τον πρωθυπουργό, λόγω της πολυσυζητημένης επιστολής της 6-3-2023 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την ανάθεση της υπόθεσης των Τεμπών σε εφέτη ανακριτή. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει, κατά την άποψή μας, υπέρμετρη προτίμηση της παρούσας κυβέρνησης στους εφέτες ανακριτές σε υποθέσεις που την αφορούν — μια εκτίμηση που μάλλον επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα παρά την τεκμηριώνει υπέρ της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας περί υπεροχής εμπειρότερων δικαστικών λειτουργών.

Ανανέωση θητείας των Ευρωπαίων εισαγγελέων

Αν και η ανανέωση των θητειών των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων αναφέρεται δευτερευόντως στην επιστολή Κοβέσι, η θεσμική διάσταση αυτής της υπόθεσης είναι σοβαρότερη κατά πολύ. Η αρμοδιότητα για την ανανέωση είχε αποτελέσει από νωρίς αντικείμενο φαινομενικής αντιπαράθεσης. Ο πραγματικός λόγος ήταν ότι η ελληνική πλευρά, σύμφωνα με τα φαινόμενα, δεν επιθυμούσε την ανανέωση της θητείας συγκεκριμένου προσώπου μεταξύ των Ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων.

Παρά ταύτα, το «Κολέγιο» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ανανέωσε τη θητεία και των τριών εισαγγελέων τον Νοέμβριο 2025. Ακολούθησε δημόσια συζήτηση, επί της ουσίας άνευ αντικειμένου, σχετικά με το εάν το Κολέγιο είχε την αρμοδιότητα αυτή. Ενδεικτική ήταν η άποψη εν ενεργεία εισαγγελέως ότι «η υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΔΣ, ως απόρροια της διάκρισης των εξουσιών».

Η απόφαση του Αρείου Πάγου στις 11-5-2026

Στις 11-5-2026 ο Άρειος Πάγος αποφάσισε την ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων για δύο μόνον χρόνια, αντί για πέντε. Τα σχετικά ρεπορτάζ εστίασαν στην ανανέωση καθαυτή, χωρίς να τονίσουν επαρκώς τη διαφοροποίηση της διάρκειας της θητείας, γεγονός που κατά τη γνώμη μας είναι εξαιρετικά προβληματικό.

Το άρθρο 17 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 περί Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αναφέρει σχετικώς: “Κατόπιν πρότασης του ευρωπαίου γενικού εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο [σ.σ. ‘Κολέγιο’] διορίζει τους ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς που προτείνουν τα κράτη μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε εάν δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η θητεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί”.

Ο Κανονισμός και η πενταετής θητεία

Η διάταξη ορίζει σαφώς ότι οι εντεταλμένοι διορίζονται από το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων και όχι από εθνικά όργανα· τα εθνικά όργανα προτείνουν, το Κολέγιο διορίζει και έχει δικαίωμα να απορρίψει προτάσεις. Επίσης, ρητά προβλέπεται ότι η θητεία είναι αποκλειστικά πενταετής και ότι αυτή μπορεί να ανανεωθεί. Από την αρμοδιότητα διορισμού, που ανήκει στο Κολέγιο, δεν προκύπτει περιθώριο για διαφορετικής ερμηνείας λύσεις.

Η προσπάθεια να διεκδικηθεί η αρμοδιότητα για την ανανέωση θητείας από τον Άρειο Πάγο, επικαλούμενη έρεισμα στο ελληνικό Σύνταγμα, φαίνεται αβάσιμη. Με την ίδια λογική θα έπρεπε ποτέ να μην είχε επιτραπεί η θέσπιση ευρωπαϊκών κανονισμών με άμεση ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, εφόσον και αυτές οι ρυθμίσεις περιορίζουν κάποιες εθνικές αρμοδιότητες.

Ωστόσο, ενώ ευρωπαϊκοί “νόμοι” που θίγουν επιμέρους συνταγματικές διατάξεις γίνονται αναντίρρητα αποδεκτοί, η ανάθεση μερικής διοικητικής αρμοδιότητας της Δικαιοσύνης σε ευρωπαϊκό όργανο απορρίπτεται ως παραβίαση του «πυρήνα» του Συντάγματος. Πυρήνας όμως του Συντάγματος είναι η λαϊκή κυριαρχία, όχι επιμέρους τεχνικές διαδικαστικές διατάξεις.

Ειδικότερα για τη διετή ανανέωση, ενώ το πλαίσιο ορίζει ρητά πενταετή θητεία, δεν προβάλλεται κανένα έρεισμα που να δικαιολογεί τη μείωση σε δύο χρόνια. Πρόκειται για ευθεία παραβίαση του γράμματος του νόμου. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει επίσης ένα ευρύτερο πρακτικό ζήτημα: τη διάθεση ορισμένων δικαστικών οργάνων να αποφασίζουν όπως θέλουν, ανεξαρτήτως του νόμου, συμπεριφορά που υπερβαίνει από μόνη της κάθε άλλη διάσταση της επιστολής Κοβέσι.

*Δ.Ν., Δικηγόρος