Μπορεί μια κουρασμένη οικονομία να αντέξει τη μόνιμη γεωπολιτική φθορά;

0
7

Υπάρχει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση στον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιλαμβάνεται τις σύγχρονες γεωπολιτικές κρίσεις. Πολλοί ηγέτες και μεγάλο μέρος των κοινωνιών εξακολουθούν να φαντάζονται τον πόλεμο ως μια θεαματική, σύντομη σύγκρουση με σαφείς νικητές και ηττημένους και μια επίσημη λήξη.

Επίτηδες παραδοσιακή αντίληψη

Ο κόσμος όμως έχει αλλάξει. Η βασική απειλή δεν είναι πλέον αποκλειστικά το ενδεχόμενο να χάσει η Δύση έναν παραδοσιακό πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αλλά η σταδιακή συνήθεια σε μια μόνιμη κατάσταση γεωπολιτικής φθοράς που διαβρώνει αργά οικονομίες, κοινωνίες και πολιτικά συστήματα χωρίς θεαματικές καταρρεύσεις.

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ουάσινγκτον δεν επιθυμεί ένα Ιράν με πυρηνικές δυνατότητες και αυξημένη επιρροή στον Περσικός Κόλπος. Η Τεχεράνη, από τη δική της πλευρά, μετά από δεκαετίες κυρώσεων και απομόνωσης δεν προτίθεται να δείξει αδυναμία ή πρόθυμη υποχώρηση. Πρόκειται για μια μορφή της «παγίδας του Θουκυδίδη», όπως αναφέρθηκε πρόσφατα από τον Κινέζο Πρόεδρο Σι.

Η νέα κανονικότητα

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η άμεση πιθανότητα ενός γενικευμένου πολέμου —οι μεγάλες δυνάμεις γνωρίζουν πόσο καταστροφική θα ήταν μια τέτοια ανάφλεξη στον Περσικός Κόλπος. Το πρόβλημα είναι η μετατροπή της αστάθειας σε μόνιμη κανονικότητα: κυβερνοεπιθέσεις, χτυπήματα μέσω συμμάχων, πλήγματα σε εμπορικά πλοία, ενεργειακοί εκβιασμοί, κρίσεις στις θαλάσσιες οδούς, χρηματιστηριακή νευρικότητα και διαρκής αβεβαιότητα στις αγορές.

Πρόκειται για μια κατάσταση «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη», όπου οι οικονομίες επιβαρύνονται συνεχώς με το επιπλέον κόστος του φόβου.

Το οικονομικό κόστος του φόβου

Ο φόβος εδώ κοστίζει πολύ περισσότερο από ό,τι συνήθως φαντάζονται οι πολίτες. Το γεωπολιτικό ρίσκο δεν αφορά μόνο υπουργεία Άμυνας ή traders. Όταν οι αγορές θεωρούν ότι απειλούνται τα Στενά του Ορμούζ, ανεβαίνουν οι τιμές της ενέργειας. Η αύξηση στην ενέργεια αυξάνει το κόστος μεταφοράς, παραγωγής και λειτουργίας σχεδόν ολόκληρης της οικονομίας.

Έτσι, μια κρίση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά καταλήγει σε υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος, αυξημένες τιμές τροφίμων και ακριβότερα στεγαστικά δάνεια.

Περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι σήμερα η Δύση είναι πολύ πιο ευάλωτη σε αυτή τη διαρκή φθορά. Οι οικονομίες κουβαλούν υψηλό χρέος, οι κοινωνίες έχουν εξαντληθεί από χρόνια πληθωρισμού και διαδοχικών κρίσεων και οι κυβερνήσεις διαθέτουν σαφώς λιγότερα δημοσιονομικά περιθώρια για να απορροφήσουν νέα ενεργειακά σοκ.

Με άλλα λόγια, το διεθνές σύστημα δεν χρειάζεται πια μια θεαματική κατάρρευση για να αποσταθεροποιηθεί: αρκεί μια παρατεταμένη περίοδος ακριβής ενέργειας, νευρικών αγορών και χαμηλής εμπιστοσύνης.

Αντοχές και εξάρτηση

Η Ελλάδα δεν είναι έξω από αυτό το περιβάλλον, ακόμη κι αν η γεωπολιτική πολλές φορές θεωρείται μακρινό ζήτημα που αφορά υπερδυνάμεις. Η χώρα ενίσχυσε τη σημασία της μέσω της ναυτιλίας, των ενεργειακών υποδομών και της στρατηγικής της θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια, τουρισμό και τη σταθερότητα των διεθνών μεταφορών.

Για μια οικονομία που μόλις άρχισε να ανακτά επενδυτική αξιοπιστία μετά από δεκαπέντε χρόνια κρίσης, η παρατεταμένη ενεργειακή αβεβαιότητα δεν είναι απλώς εξωτερικός πονοκέφαλος αλλά άμεση απειλή για το κόστος ζωής, τις επενδύσεις και την κοινωνική σταθερότητα.

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρηθεί αυτό ως ακόμη μια προσωρινή κρίση που θα ξεχαστεί. Η ουσιαστική αλλαγή δεν αφορά μόνο τη διάρκεια των συγκρούσεων αλλά κυρίως την εξοικείωση των κοινωνιών με τη μόνιμη αστάθεια. Ιστορικά, οι κοινωνίες σπάνια καταρρέουν από μια οξεία έκρηξη· εξαντλούνται αργά όταν η αβεβαιότητα γίνεται καθημερινότητα και το κόστος του φόβου θεωρείται απλώς μέρος της ζωής. Και η Ελλάδα, δυστυχώς, απέχει από το να έχει τις αντοχές για να αντέξει έναν τέτοιο μόνιμο φόβο.

Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr