Το «41%» ψάχνει ηγέτη και η ρήση Βενιζέλου που επιστρέφει

0
10

Του Γεωργίου Ι. Μάτσου*

Η αρχή στη Νομική

Μπήκα στη Νομική το 1991. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ήταν τότε 34 ετών και η φήμη του είχε ήδη μεγαλώσει πολύ. Λίγους μήνες μετά την άφιξή μας στη σχολή εξελέγη πρωτοβάθμιος καθηγητής — ένα εντυπωσιακό επίτευγμα για την ηλικία του, τόσο τότε όσο και σήμερα.

Δεν δίδασκε συνταγματικό στο τμήμα μου, αλλά πλήθος φοιτητών τον παρακολουθούσαμε στο πάντοτε κατάμεστο αμφιθέατρο. Η εμπειρία δεν ήταν πάντοτε εύκολη: όποιος εξέφραζε αντίθετη γνώμη βίωνε την αυστηρότητα του τόνου του.

Από την έδρα στην πολιτική

Στις εκλογές του 1993 ο Ευάγγελος Βενιζέλος εξελέγη βουλευτής και ο Ανδρέας Παπανδρέου τον χρησιμοποίησε ως κυβερνητικό εκπρόσωπο. Εκεί, οι έμπειροι δημοσιογράφοι πολιτικού ρεπορτάζ δεν ήταν φοιτητές και τον αντιμετώπισαν με ειρωνεία, αναγκάζοντάς τον γρήγορα να μάθει να συνδιαλέγεται με αντίθετες απόψεις.

Ένα απόγευμα του 1994, επέστρεψε στη Νομική για εκδήλωση νομικού και πολιτικού χαρακτήρα. Η συζήτηση στράφηκε στην τότε νέα πολιτική επικοινωνία και ο Βενιζέλος, με γνώριμο έντονο ύφος, επέκρινε τους επικοινωνιολόγους του ΠΑΣΟΚ για την προεκλογική εκστρατεία του 1993, ισχυριζόμενος ότι παρεμβάσεις του είχαν σώσει την εκστρατεία. Συμπέρασμα του:

«η πολιτική επικοινωνία είναι περίπου “άχρηστη”».

Μια προσωπική αντίρρηση

Τότε αποφάσισα να ρισκάρω και να υποβάλω ερώτηση, διατυπώνοντας διακριτικά τη διαφωνία μου και προσθέτοντας έναν έπαινο προς το πρόσωπό του:

«Μήπως η πολιτική επικοινωνία δεν είναι άχρηστη, αλλά απλά εσείς κάνατε σωστά τη δουλειά που έκαναν λάθος οι επικοινωνιολόγοι; Διότι π.χ. το 1981 η προεκλογική εκστρατεία του ΠΑΣΟΚ, με αφίσες που ακόμη σήμερα τις συζητάμε, είχε τρομερό επικοινωνιακό αποτέλεσμα».

Η απάντησή του ήταν καθαρή: «Όχι βέβαια, τι είναι αυτά που λέτε, δηλαδή… Εντάξει, έχετε ανεπαίσθητα κάποιο δίκιο», (συγκίνηση για μένα που ο Βενιζέλος είπε πως «έχω ανεπαίσθητα κάποιο δίκιο»), «αλλά κατανοήστε το εξής: Το 1981 το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και με αφίσες από χασαπόχαρτα αν έκανε προεκλογική εκστρατεία, θα είχε σαρώσει. Διότι η λαϊκή βούληση τότε ήταν να δώσει μεγάλη πλειοψηφία στο ΠΑΣΟΚ. Και η λαϊκή βούληση πάντοτε εκδηλώνεται στην κάλπη».

Δικαίωση στη συνέχεια

Από τότε, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση παρατηρούσα τη ρήση του Βενιζέλου να βρίσκει επιβεβαίωση.

Παράδειγμα: το Μάιος 2012. Ο λαός καταψήφισε αρχικά όσους είχαν στηρίξει τα μνημόνια — έτσι προέκυψε το 18,85% της ΝΔ του Σαμαρά και όχι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται κάποιο ρεύμα, λόγω της αρχικής, ήπιας αντιμνημονιακής γραμμής. Δεν προέκυψε ταυτόχρονα κυβερνητική λύση, διότι ενώ ο κόσμος έλεγε όχι στα μνημόνια, δεν φαινόταν αξιόπιστη αντιμνημονιακή εναλλακτική.

Τον Ιούνιο 2012 η λαϊκή βούληση έδωσε αμήχανα μια ευκαιρία στη ΝΔ για να δοκιμαστεί, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η ανυπομονησία για έξοδο από την κρίση οδήγησαν, τελικά, στην άνοδο του Τσίπρα το 2015.

Σήμερα: το «41%» και η ατζέντα

Στις σημερινές, πολύ διαφορετικές συνθήκες, η ορθότητα της ρήσης Βενιζέλου, κατά τη γνώμη μου, παραμένει και θα φανεί και στις επόμενες εκλογές: η λαϊκή βούληση πάντοτε εκδηλώνεται στην κάλπη.

Η λαϊκή βούληση σήμερα είναι: α) Δεν θέλει με τίποτε πια κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και: β) Η ατζέντα του 41% παραμένει πολιτικά κυρίαρχη: χαμηλή φορολογία, υγιής ανάπτυξη, ενίσχυση της παραγωγής και του ιδιωτικού τομέα, μείωση του κομματισμού, του κρατισμού και της διαφθοράς, αποφασιστικότητα και υψηλό φρόνημα στα εθνικά θέματα, αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, αντιστροφή του brain drain, δημογραφικό.

Σε αντίθεση με το 2023, οι προσδοκίες του 41% αποσυσχετίσθηκαν από τον Μητσοτάκη. Όψιμες θετικές κινήσεις, για παράδειγμα στα εθνικά, εκλαμβάνονται ως προεκλογικές και δεν αρκούν για να αντιστρέψουν τη βεβαιότητα πως, αν ξανακυβερνήσει, θα εμφανιστούν προσεγγίσεις χειρότερες από τη «Διακήρυξη των Αθηνών» και την παράδοξη μετεκλογική βιασύνη του 2023 για προσφυγή στη Χάγη κ.ά.

Το αφήγημα «Μητσοτάκης ή χάος»

Ως αντίδραση, το κυβερνητικό επικοινωνιακό επιτελείο προωθεί καιρό τώρα το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος». Αυτό όμως επιβεβαιώνει εμμέσως τη συλλογική αποστροφή για το πρόσωπο του νυν πρωθυπουργού: ο Μητσοτάκης δεν έχει πια μια θετική ατζέντα που να εμπνέει ευρύ εκλογικό σώμα και ζητά ψήφο κραδαίνοντας το φόβητρο της Ζωής Κωνσταντοπούλου.

Αν το επικοινωνιακό όριο είναι το «χάος», τότε το ίδιο το επιτελείο δίνει την τραγική εικόνα ότι μόνον συγκρινόμενος με το χάος έχει ελπίδες: συμφωνούν, εμμέσως, πως μόνο περνώντας το μήνυμα του κινδύνου θα έχουν πιθανότητες.

Σε δημοσκόπηση του Οκτώβριος 2025 μόνον το 30% του εκλογικού σώματος επέλεγε «Μητσοτάκη» στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» (το 42% επέλεγε «χάος» και το 28% απέρριπτε το ίδιο το δίλημμα). Έξι μήνες αργότερα ίσως η κατάσταση είναι ακόμη δυσμενέστερη για την κυβερνητική πλευρά.

Ποιος θα αξιοποιήσει το 41%;

Αν σήμερα το 70% (ή ίσως πια 75%😉 επιλέγει ό,τι η κυβέρνηση ορίζει ως «χάος», τότε το 30%25%😉 απλώς προτιμά τον πρωθυπουργό έναντι του χάους, χωρίς να του αναγνωρίζει τίποτε ουσιωδώς θετικό.

Ποιος μπορεί να αξιοποιήσει την πολιτική κληρονομιά του ακόμη κυρίαρχου 41%; Από τα υφιστάμενα κόμματα, μόνον το ΠΑΣΟΚ. Όμως πρέπει οριστικά να εγκαταλείψει τον οικονομικό αριστερισμό και να αποδεχθεί ότι από το 2012 λειτουργεί ως κεντρώο κόμμα. Η κοινωνία, σταθερά από το 2010, κινείται προς τα δεξιά και το υπόκωφο αίτημα απομάκρυνσης του Μητσοτάκη θα φέρει επαρκείς αριστερές-κεντροαριστερές ψήφους.

Από τα νέα κόμματα, σίγουρα όχι ο Τσίπρας: το 41% σχηματίστηκε εξάλλου κατά του ίδιου.

Η Καρυστιανού θα μπορούσε να σχηματίσει διαφορετικού τύπου πλειοψηφία αν είχε διατηρήσει το αρχικό της φωτοστέφανο. Δεν το διατήρησε, αν και η στήλη που προέβλεπε το τέλος της πολιτικής της καριέρας διαψεύστηκε.

Μένει το κόμμα του Σαμαρά ως πιθανός game changer: θα εξέφραζε γνήσια την ατζέντα του 41% και θα κατέρριπτε το αυτοϋπονομευτικό κυβερνητικό αφήγημα «Μητσοτάκης ή χάος».

Συμπέρασμα

Δεν λέω ότι αν δεν κατέβει ο Σαμαράς ο Μητσοτάκης δεν θα ηττηθεί. Όλοι όμως προτιμούμε βέβαιη κυβερνησιμότητα στη μετεκλογική περίοδο.

Αν τελικά το επικοινωνιακό αφήγημα «Μητσοτάκης ή χάος» αποτύχει όπως προβλέπουμε, τότε θα επιβεβαιωθεί και η πρώτη ρήση του Βενιζέλου από το 1994: ότι η πολιτική επικοινωνία είναι περίπου «άχρηστη».

Ο καλύτερος, ίσως, ελλαδικός επικοινωνιακός μηχανισμός όλων των εποχών παίζει συνεπώς τα δικά του ρέστα — και ίσως τα ρέστα ολόκληρου του κλάδου του.

*Δ.Ν., Δικηγόρος