Του Χρήστου Χωμενίδη
Όχι εγώ. Κάποιοι φίλοι μου. Ήταν άνθρωποι που, παρότι είχαν πια περάσει τα σαράντα, ζούσαν σαν να μην είχαν εγκαταλείψει ποτέ την εφηβεία.
Η ατμόσφαιρα της εποχής
Η εποχή το διευκόλυνε. Στο γύρισμα της χιλιετίας, στο μιλένιουμ, η Ελλάδα ήταν πιο αυτοπεποίθηση και πιο ανέμελη από ποτέ. Η μόνιμη ερώτηση στα χείλη όλων: «Πού θα πάμε μετά;» Ποιο κλαμπ, ποια μπουζούκια, ποιο κρεβάτι, ποιο νησί για ένα τριήμερο-τουλάχιστον «απόδραση».
Κι όσοι παντρεύονταν —παρά την ελευθεριακή νοοτροπία που προωθούσε τις χαλαρές σχέσεις— το γιόρταζαν με πάρτι σε «κτήματα». Η Αττική είχε γεμίσει από τέτοια. Αναδείχθηκαν οι διοργανωτές γάμων και τα ταξιδιωτικά γραφεία που στέλνανε τα ζευγάρια σε εξωτικούς προορισμούς — ο κράτος Μαυρίκιος πρέπει να υποδέχθηκε τότε χιλιάδες δικά μας ζευγάρια. Όχι μόνο η οικονομική ελίτ, αλλά μια μεγάλη και διαρκώς διευρυνόμενη μεσαία τάξη ξόδευε και χόρευε χωρίς να υποψιάζεται ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια της ήταν σαθρό.
Οι φάρσες ως διέξοδος
Οι φίλοι μου, άνθρωποι καλλιεργημένοι και ευαίσθητοι, δυσανασχετούσαν. Αντιδρούσαν στην υποχρεωτική σχεδόν καλοπέραση, στο καρναβάλι της ματαιοδοξίας που λεγόταν life style. Για να διασκεδάσουν την υπαρξιακή τους πλήξη επιδίδονταν σε φάρσες —κυρίως τηλεφωνικές. Με μια δίεση και δύο ψηφία μπορούσες να κρύψεις τον αριθμό σου και να καλέσεις ανώνυμα όποιον μεγαλόσχημο ήθελες, εμπλέκοντάς τον σε ένα αυτοσχέδιο μονόπρακτο του παραλόγου.
Μια νύχτα πήραν τηλέφωνο την πρώτη φίρμα της δικηγορίας. «Κίμων Μαντζαφλάρης από περιοχή Ανακτόρων», συστήθηκε με τρεμάμενη φωνή ο φαρσέρ. «Μόλις έσφαξα τη γυναίκα μου!» Ο ποινικολόγος πάγωσε. «Τρέχα στο αστυνομικό τμήμα» τον διέταξε. «Και τηλεφώνησε μου από εκεί για να έρθω.» «Να πάρω μαζί μου και τη Φιλιππινέζα;» «Αν τη θέλεις για συμπαράσταση, γιατί όχι;» «Σταθείτε μόνο να τη βγάλω από την κατάψυξη. Την έχω από προχθές εκεί, τεμαχισμένη…»
Το χοντροκομμένο χιούμορ
Ήταν ένα χοντροκομμένο, παιδαριώδες και βλακώδες ίσως χιούμορ. Κι όμως, κλείνοντας το τηλέφωνο, κύλησαν στα γέλια κάτω απ’ τα πόδια τους.
Μια άλλη φορά, με ψιλό παπαδίστικο τόνο, «εκ μέρους του Προκαθημένου καλώ…» είπε ο φαρσέρ σε έναν αντισυμβατικό, αριστερών πεποιθήσεων και διαρκώς επιδοτούμενο σκηνοθέτη. «Ο Μακαριότατος λατρεύει τις ταινίες σας!» «Τις δικές μου;» έμεινε άναυδος ο δημιουργός. «Βεβαίως! Τις έχει δει όλες από τρεις φορές. Τις θεωρεί κατά βάθος θρησκευτικές. Εμπνευσμένες από τις παραβολές του Ιησού». «Μα έχουν σεξ…» «Εμείς το λέμε ‘κοινωνία’. Τα σα εκ των σων». Η εξωφρενική κολακεία πέτυχε τον στόχο της. «Τον ευχαριστώ πολύ να του πείτε. Κι εγώ τον εκτιμώ», είπε ο καλλιτέχνης, παίζοντας ελαφρώς το αντικληρικαλικό του προφίλ. «Θα επιθυμούσε θερμά ο Κύριος Χριστόδουλος να συναντηθείτε, να σας ευλογήσει και να συνομιλήσετε», το παράκανε ο φαρσέρ και τον κάλεσε την επόμενη στην Αρχιεπισκοπή. Τον φαντάζονταν να πηγαίνει υπεροπτικά και να τρώει πόρτα. Ή —γιατί όχι— να γίνεται δεκτός από τον γοητευτικό Χριστόδουλο. Τον φαντάζονταν και γελούσαν.
Η επανάληψη ως βασανιστήριο
Την επαύριον της πανωλεθρίας του 2002 στη Γιουροβίζιον βρήκαν το νούμερο του προέδρου της επιτροπής που είχε επιλέξει το SAGAPO. Ήταν ένας αξιόλογος συνθέτης με πολλά σουξέ, στον οποίο όμως χρεωνόταν ότι είχε γράψει τον ύμνο της Χούντας. «Τρίχες κατσαρές, κύριε!» του επιτέθηκε με το «καλησπέρα» ο φαρσέρ. «Σκατά τα κάνατε! Μας ξεφτίλισε ο Μιχαλάκης σας! Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας!» Ο μουσικοσυνθέτης προσπάθησε να αμυνθεί, να εξηγήσει, αλλά ο φαρσέρ του έκλεισε το τηλέφωνο, έξαλλος δήθεν.
Η φάρσα απέκτησε νόημα λόγω της επανάληψης. Επί τρεις και πλέον μήνες, κάθε απόγευμα στις έξι ακριβώς, ο υποτιθέμενος ηθικός αυτουργός του εθνικού μας διασυρμού σήκωνε το τηλέφωνο και άκουγε τα ίδια. Δέχονταν την ίδια αγανάκτηση με τις ίδιες φράσεις: «Σκατά τα κάνατε! Μας ξεφτίλισε ο Μιχαλάκης σας!» Και την επομένη ξανά το ίδιο. Γιατί απαντούσε ο μουσικός; Τάμα είχε κάνει;
Το λάθος που προκάλεσε την πτώση
Ένας προχωρημένος Αύγουστος και οι φίλοι κάθονταν σε μια ταβέρνα δίπλα στο κύμα. Είχαν πιει πολλά ούζα. «Αμάν! Κοντεύει εξίμιση!» αναφώνησε ξαφνικά ο φαρσέρ. «Ξεχάσαμε τον ‘τρίχες κατσαρές’!» Όντας σχεδόν μεθυσμένοι από το κέφι, παρέλειψε να κρύψει τον αριθμό του —δεν έβαλε απόκρυψη.
Την άλλη μέρα το πρωί τον κάλεσε η αστυνομία. «Περάστε, σάς παρακαλώ, από το Χ τμήμα για μια υπόθεσή σας…» Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει τι ήθελαν.
Η αναμέτρηση με τον διοικητή
Αποφάσισε: «Θα αρνηθώ την ενοχή μου. Θα πω πως ένας άγνωστος, από διπλανό τραπέζι, μου ζήτησε το κινητό για να κάνει ένα σύντομο τηλεφώνημα. Το σοβαρό προφίλ μου θα τους πείσει…» Δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας νέος γιατρός με εντυπωσιακές σπουδές και λαμπρές προοπτικές σπαταλάει τον εαυτό του σε τέτοιες φάρσες.
Ο διοικητής του τμήματος είχε τη φιγούρα και το σώμα πυγμάχου. Φορούσε αμάνικη μπλούζα, τα μπράτσα του ήταν έξω. Πάνω από το κεφάλι του κρεμόταν ένα κορνιζαρισμένο κέντημα: «Όπου φτωχός και η μοίρα του».
«Εγώ σας πιστεύω, γιατρέ μου…» είπε, κάνοντας νεύμα. «Σταθείτε μόνο ένα λεπτό» σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο. Επέστρεψε συνοδεία του μουσικοσυνθέτη.
Η ταπείνωση που απαιτήθηκε
«Γνωρίζω τη φωνή του! Αυτός με βασανίζει!» ωρυόταν ο τραυματισμένος. «Πες ποιος σε έβαλε, ρε αχρείε! Η Πέγκυ Ζήνα;»
«Ποιά Πέγκυ Ζήνα;» απόρησε ο φίλος μου.
«Θα σου κάνω μήνυση! Θα σε καταγγείλω στον ιατρικό σύλλογο, να σε διαγράψουν, να σου αφαιρέσουν την άδεια! Δεν θα σε αφήσω σε χλωρό κλαδί, θα σε ρεζιλέψω στις εφημερίδες, στην τηλεόραση!»
Ο φαρσέρ έμεινε άφωνος. Συνειδητοποιούσε πως η κατάσταση έπαιρνε άσχημη τροπή. Το μάτι του μουσικού γυάλιζε. Ο αστυνόμος χαμογελούσε σαρδόνια.
«Εκτός…» είπε, μέσα στον οίστρο του, το θύμα της φάρσας. «Εκτός εάν τώρα, αμέσως, σκύψεις, μού φιλήσεις το χέρι και μου πεις ‘συγγνώμη, πατέρα’!»
«Τι να πω;»
«Αυτό ακριβώς που άκουσες. Βρίσκεσαι στο έλεός μου κι εγώ —δες ανθρωπιά— σου δίνω ευκαιρία να μετανοήσεις.»
Πώς θα αντιδρούσε κάποιος στη θέση του; Ο φίλος μου ελάχιστα δίστασε. Έπεσε στα γόνατα, άγγιξε με τα χείλη του το παχουλό χέρι του μουσικού και, με θεατρική φωνή, είπε: «συγγνώμη πατέρα…»
«Σε συγχωρώ, παιδί μου», του απάντησε ο άλλος με ύφος θριαμβευτή.
Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας


