Στην «ουδέτερη ζώνη» οι μισθοί στην Ελλάδα — μόλις 14% ικανοποίηση και 64% ανοικτοί σε αλλαγή εργασίας

0
7

Οι Έλληνες εργαζόμενοι εμφανίζουν το χαμηλότερο άμεσο ποσοστό δυσαρέσκειας για τους μισθούς μεταξύ των πέντε χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα του δικτύου wherewework, αλλά παράλληλα καταγράφουν και το χαμηλότερο επίπεδο ικανοποίησης και τη μεγαλύτερη «ουδέτερη ζώνη» στην περιοχή. Ο συνδυασμός αυτός σκιαγραφεί μια εικόνα όπου η δυσαρέσκεια έχει ωριμάσει και έχει μετατραπεί σε παραίτηση.

Βάσει των απαντήσεων 1.788 Ελλήνων εργαζομένων, συλλεγμένων μεταξύ 30 Μαρτίου και 30 Απριλίου 2026, η έρευνα αναδεικνύει ένα εργατικό δυναμικό που εξακολουθεί να φέρει τις επιπτώσεις της κρίσης του 2010, αντιμέτωπο με τη συνεχή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης και αυξανόμενη τάση δυσαρέσκειας.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε ηλεκτρονικά μέσω του wherewework.gr και κάλυψε όλους τους κλάδους και τις ηλικιακές ομάδες. Το 50,3% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι κατέχει θέση ανώτερου στελέχους, ενώ κυρίαρχες είναι οι ηλικιακές ομάδες 35 – 44 (34,5%) και 45 – 54 (28,6%).

Βασικά ευρήματα ικανοποίησης

Το 46,7% των Ελλήνων δηλώνει δυσαρεστημένο από τον τρέχοντα μισθό του (18,6% «πολύ δυσαρεστημένοι», 28,1% «μάλλον δυσαρεστημένοι»). Παρότι πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό δυσαρέσκειας στην έρευνα, μόλις το 14,3% των Ελλήνων δηλώνει ικανοποιημένο — το χαμηλότερο μεταξύ των πέντε χωρών — ενώ το 39,1% βρίσκεται στην «ουδέτερη ζώνη», το μεγαλύτερο αντίστοιχο ποσοστό στην έρευνα.

Σχετικά με την αίσθηση δικαιοσύνης στην αμοιβή, το 53,9% θεωρεί ότι δεν αμείβεται δίκαια (24,7% «καθόλου», 29,3% «σε μικρό βαθμό»), και το 45,7% πιστεύει ότι ο μισθός του είναι κάτω από τα επίπεδα της αγοράς. Μόνο το 11,4% αισθάνεται ότι αμείβεται σε μεγάλο βαθμό δίκαια — η δεύτερη χαμηλότερη επίδοση μετά τη Βουλγαρία.

Αγοραστική δύναμη και καθημερινές πιέσεις

Το 60,3% των Ελλήνων ερωτηθέντων αναφέρει μειωμένη αγοραστική δύναμη σε σύγκριση με 12 μήνες νωρίτερα, με το 30,6% να χαρακτηρίζει την πτώση ως «πολύ μεγαλύτερη». Στην πράξη, το 49,7% αναφέρει ότι ο μισθός καλύπτει μόνο τα βασικά ή δεν τα καλύπτει καθόλου (14,0% στη δεύτερη περίπτωση), ενώ το 37,7% καταφέρνει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης με προσεκτική διαχείριση. Μόνο το 1,8% δηλώνει υψηλή οικονομική άνεση — το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα.

Η ψαλίδα ανάμεσα στο κόστος ζωής και τους μισθούς αναδεικνύεται ως το μεγαλύτερο «αγκάθι» (45,7%), ακολουθούμενη από τη σημαντική αύξηση των καθημερινών εξόδων (25,1%). Στα σχόλια των συμμετεχόντων επαναλαμβάνεται η αναφορά σε μισθούς «παγωμένους για 12 χρόνια» ή «στα επίπεδα του 2010», υπενθύμιση ότι η χαμένη δεκαετία συνεχίζει να επηρεάζει το εισόδημα πολλών κλάδων που δεν έχουν δει ουσιαστικές αυξήσεις.

Η εισοδηματική κατανομή συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη συσσώρευση στην έρευνα: το 38,3% κερδίζει μεταξύ 1.000 και 1.500 ευρώ μηνιαίως — η υψηλότερη συγκέντρωση σε ένα μισθολογικό κλιμάκιο στην περιοχή — ενώ το 30,3% κινείται μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ. Συνολικά, κάτι παραπάνω από τα δύο τρίτα των Ελλήνων ερωτώμενων κερδίζουν κάτω από 1.500 ευρώ. Το 37,2% χρειάζεται αύξηση 11 – 20% για να νιώσει δίκαια αμειβόμενο και το 20,4% απαιτεί αύξηση 21 – 30%.

AI: χαμηλή ανησυχία αλλά με αιτία

Η Ελλάδα εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό ανησυχίας απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη — μόνο το 11% φοβάται ότι η AI θα καταστήσει τη θέση του πιο ευάλωτη. Ωστόσο, αυτή η χαμηλή ανησυχία δεν είναι απαραίτητα παρηγορητική αλλά αποτέλεσμα ιεράρχησης αναγκών: όταν η οικονομική ανησυχία είναι άμεση, η AI μοιάζει μακρινό πρόβλημα.

Η επικρατούσα στάση απέναντι στην AI είναι αβεβαιότητα παρά αισιοδοξία: το 28,6% τη βλέπει ως βοηθό παραγωγικότητας, το 27,6% αναμένει ότι θα αλλάξει ή θα μειώσει κάποιες δραστηριότητές του, το 21,6% δεν αναμένει σχετική επίδραση και το 11% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ακόμα.

Κινητικότητα στην αγορά εργασίας

Το 26,5% των Ελλήνων ερωτηθέντων αναζητά ενεργά νέα εργασία, ενώ το 37,9% θα μετακινούνταν εάν προέκυπτε μια δελεαστική πρόταση. Συνολικά, το 64,3% είναι ανοιχτό σε αλλαγή εργασίας εντός εξαμήνου, ενώ μόνο το 16,4% δηλώνει δεσμευμένο να παραμείνει — το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα.

Οι υψηλότερες αποδοχές είναι ο κυρίαρχος λόγος αλλαγής (58,1%), ακολουθούμενος από καλύτερες προοπτικές ανέλιξης (11%), καλύτερο εργασιακό περιβάλλον (7,8%) και σταθερότητα (9,2%). Στις προτιμήσεις παροχών προηγούνται τα μπόνους απόδοσης, ενώ στις παρατηρήσεις πολλοί εργαζόμενοι τονίζουν ότι ο σταθερός μισθός συχνά αποσυνδέεται από την εργασία τους.

Αβεβαιότητα παρά φόβος απόλυσης

Ο φόβος απόλυσης παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα: το 17,2% εκφράζει σημαντική ανησυχία (11,4% «πολύ», 5,8% «εξαιρετικά ανήσυχοι»), ενώ το 24,3% δηλώνει ότι δεν ανησυχεί καθόλου. Ταυτόχρονα, το 30,1% νιώθει ανασφάλεια για τη θέση του στους επόμενους 12 μήνες (13,6% «καθόλου σίγουροι», 16,4% «κάπως ανασφαλείς»). Στα σχόλια επανέρχεται η εικόνα της ευθραυστότητας: «απέχω μόλις έξι μήνες από τη φτώχεια αν χάσω αυτή τη δουλειά», όπως σημειώνουν συμμετέχοντες.

Την εικόνα της στασιμότητας επιβεβαιώνει και ο Costin Tudor, CEO του wherewework Group, σημειώνοντας:

“Τα δεδομένα της Ελλάδας δείχνουν μια συνειδητή παραίτηση. Η μεγάλη “ουδέτερη ζώνη” (39%) δεν δείχνει ικανοποίηση, αλλά στασιμότητα. Οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι δεν έχουν φύγει ακόμα, αλλά δεν πρόκειται να στηρίξουν την εταιρεία στα δύσκολα. Η ενεργοποίηση αυτής της ομάδας είναι η σημαντικότερη πρόκληση για τους εργοδότες.”