Σι ορθολογιστής, Τραμπ αναζητεί συνεργασία — νέα σελίδα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας

0
8

Του Κώστα Ράπτη

Αν όλα τα άλλα αποτύχουν, δοκίμασε τη συνεργασία. Αυτή φαίνεται να είναι η αρχή που πλέον καθοδηγεί τον Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Κίνα, την ίδια δύναμη που στόχευε όσο καμία άλλη κατά την τελευταία δεκαετία της παρουσίας του στα δημόσια πράγματα.

Η επίσκεψή του στο Πεκίνο, που ολοκληρώθηκε χθες και ήταν η πρώτη του είδους από το 2017, σχεδιαζόταν να λειτουργήσει ως «γύρος θριάμβου» μετά από μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη των ΗΠΑ επί του Ιράν, συμμάχου και εταίρου της Κίνας. Είχαν προηγηθεί ο εμπορικός πόλεμος, κηρυχθείς πέρσι τον Απρίλιο, ο τεχνολογικός πόλεμος —με την κλιμάκωση περιορισμών εξαγωγής ημιαγωγών της Nvidia προς την Κίνα— και οι προσπάθειες ενεργειακής «περικύκλωσης» του Πεκίνου, αρχικά μέσω της επέμβασης στη Βενεζουέλα και κατόπιν με τον Πόλεμο στο Ιράν.

Αντί γι’ αυτό, η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε εξ αναβολής λόγω των περιπλοκών του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, με το αμερικανικό στρατιωτικό γόητρο αντικειμενικά τραυματισμένο.

Αλλαγή προσέγγισης

Οι ρόλοι μοιάζει να έχουν αντιστραφεί και η ασυμμετρία ανάμεσα στις δύο πλευρές γίνεται εμφανής. Δεν ήταν ο Σι Τζινπίνγκ που αποζητούσε κάτι από τον Τραμπ, αλλά το αντίθετο. Ούτε το Πεκίνο βρισκόταν υπό τέτοια πίεση ώστε να εξαρτάται από την αμερικανική «καλή θέληση».

Και αν η γεωπολιτική αναταραχή ήταν στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει ο ένοικος του Λευκού Οίκου από τη μετάβασή του στο Πεκίνο ήταν κάποια εμπορικά συμβόλαια — για την οικογένεια και τους φίλους του. Ενώ οι ειδικοί περί την κινεζική πολιτική έλειπαν από την αμερικανική αποστολή, παρόντες ήταν ο προεδρικός υιός και επικεφαλής επιχειρηματικών κολοσσών: ο Έλον Μασκ της Tesla, ο Τιμ Κουκ της Apple, ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs, ο Λάρι Φινκ της BlackRock, η Τζέιν Φρέιζερ της Citi, ο Στίβεν Σουόρτσμαν της Blackstone και η Κέλι Όρτμπεργκ της Boeing. Προσθήκη της τελευταίας στιγμής αποτέλεσε ο Τζένσεν Χουάνγκ, επικεφαλής της Nvidia, που επιβιβάστηκε στην προεδρική αποστολή στη στάση της στην Αλάσκα.

Χαρακτηριστική της ασυμμετρίας ήταν και η συμπεριφορά των φιλοξενούντων: μολονότι οι Κινέζοι επιφύλαξαν ευγενή πρωτόκολλα, τα κινεζικά μέσα είχαν υποβαθμίσει πλήρως το ζήτημα τις προηγούμενες ημέρες. Αποκορύφωμα υπήρξε το πρωτοσέλιδο της “China Daily” την παραμονή της άφιξης του Τραμπ, που αφιέρωνε την κύρια κάλυψη σε μια «ιστορική» συνάντηση του Σι με τον ηγέτη του Τατζικιστάν, ενώ σε διπλανό στήλο αναφερόταν ότι αναζητείται συνεννόηση με τις ΗΠΑ εν μέσω ταραγμένων καιρών.

Οι «κόκκινες γραμμές» του Πεκίνου

Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, με ανάρτησή της, προέβαλε τις «τέσσερις κόκκινες γραμμές» του Πεκίνου —τα θέματα που δεν τίθενται προς συζήτηση: Ταϊβάν, ανθρώπινα δικαιώματα, το κινεζικό πολιτικό σύστημα και το δικαίωμα της Κίνας να αναπτύσσεται.

Τα όρια της αμερικανικής ισχύος είχαν ήδη δοκιμασθεί όχι μόνο στο ιρανικό αδιέξοδο, αλλά και νωρίτερα στον εμπορικό πόλεμο, όταν η «πυρηνική επιλογή» της Κίνας να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών ανάγκασε τον Τραμπ να κηρύξει ανακωχή. Ακόμη και την τελευταία στιγμή, μια νέα δοκιμασία ισχύος των ΗΠΑ —η επιβολή κυρώσεων σε πέντε κινεζικά διυλιστήρια συνεργαζόμενα με το Ιράν— προκάλεσε πρωτοφανή απάντηση: το κινεζικό κράτος αποφάσισε να απαγορεύσει στις επιχειρήσεις αυτές να συμμορφωθούν με τα «μονομερή», «παράνομα» και «βασισμένα σε εξωχώρια δικαιοδοσία» μέτρα.

Ο τόνος του Σι

Τα εγκώμια που απέδωσε ο Τραμπ στον «μεγάλο ηγέτη» δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν την προετοιμασμένη και μακρά παρέμβαση του Σι, όπου ιδιαίτερα αναφέρθηκε στην «παγίδα του Θουκυδίδη» —τον κίνδυνο εγκλωβισμού σε έναν σπιράλ πολεμικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε μια εδραιωμένη και μια αναδυόμενη δύναμη.

Σε αυστηρότερους τόνους ο Σι τόνισε: «το ζήτημα της Ταϊβάν είναι το σημαντικότερο στις σινο-αμερικανικές σχέσεις. Αν ο χειρισμός του είναι καλός, οι σχέσεις των δυο χωρών θα παραμείνουν συνολικά σταθερές. Όμως, αν ο χειρισμός του είναι κακός, οι δύο χώρες θα αντιπαρατεθούν». Κατά το επίσημο δείπνο, ο Σι πρόσθεσε: «Η αναγέννηση της Κίνας δεν αντίκειται προς το Make America Great Again». Είναι σαφές ποιος όρισε το πλαίσιο των πιθανών εξελίξεων —θετικών ή αρνητικών.

Από την πλευρά του ο Τραμπ αναφέρθηκε στις εμπορικές σχέσεις του Αμερικανού Σάμιουελ Σο με την Κίνα πριν από 250 χρόνια, στο έργο του Βενιαμίν Φραγκλίνο για τη φιλοσοφία του Κομφούκιου, και στις προσπάθειες του προέδρου Ρούσβελτ να βοηθήσει στην ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Κίνα. Προσκλήθηκε επίσης ο Σι Τζινπίνγκ στον Λευκό Οίκο για επίσκεψη στις 24 Σεπτεμβρίου.

Ο δε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο (του οποίου το όνομα μετεγγράφηκε με διαφορετικά ιδεογράμματα, ώστε να παρακαμφθεί η απαγόρευση εισόδου του στην Κίνα από τον καιρό που ήταν γερουσιαστής…), δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον προσβλέπει στη συμβολή της Κίνας για να αποκλιμακωθεί η ένταση με το Ιράν και να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του θαλάσσιου περάσματος.

Προς «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα»

Στην πράξη, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μια μορφή ανακωχής. ΗΠΑ και Κίνα αποτύπωσαν τη βούλησή τους να κινηθούν αντίθετα στην «παγίδα του Θουκυδίδη» και διακήρυξαν το νέο κοινό δόγμα της «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας». Πρόκειται για πλαίσιο που φιλοδοξούν να καθοδηγήσει τη σχέση για το άμεσο μέλλον: προτάσσει τη συνεργασία, θέτει όρια στον ανταγωνισμό ώστε αυτός να είναι υγιής και όχι καταστροφικός, επιδιώκει να κρατήσει τις διαφωνίες διαχειρίσιμες και να αποτρέψει την απειλή της ειρήνης.

Σε υλικό επίπεδο, ο απολογισμός παραμένει ασαφής, ειδικά αν συγκρίνει κανείς τις αποκλίνουσες ανακοινώσεις των δύο πλευρών. Η αμερικανική επιθυμία για αγορά περισσότερων αγροτικών προϊόντων από την Κίνα συνδέεται, σύμφωνα με το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου, γριφωδώς με «τις ανάγκες της αγοράς» και όχι με ποσοτικοποιημένους στόχους — όπως και τα (200 και όχι 500) αεροσκάφη Boeing προς αγορά. Όσο για την Nvidia, είναι ακόμη άγνωστο τι αποκόμισε. Το χαρακτηριστικό όμως είναι ότι η Κίνα αντιμετωπίζεται πλέον ως μια περιζήτητη αγορά νέων τεχνολογιών και όχι απλώς ως ανταγωνιστής που πρέπει να αποκλεισθεί.

Η Κίνα διακηρύσσει ότι είναι έτοιμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για να μετατρέψει το νέο πλαίσιο σε πραγματική δράση και να διατηρήσει τη σχέση σταθερή, υγιή και βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Εξακολουθεί όμως να είναι συζητήσιμο κατά πόσον πιστεύει ότι οποιαδήποτε συμφωνία με τις ΗΠΑ —και δη με τον Τραμπ— μπορεί να μακροημερεύσει. Ως εκ τούτου, είναι ορθολογικό να δοκιμάζεται μια βηματική (step by step) επαλήθευση της αμερικανικής συνεργασιμότητας.