σεξιστικά σαρδάμ τηλεόραση Η πρόσφατη έξαρση λεκτικών ολισθημάτων στην ελληνική τηλεόραση προκαλεί έντονη αμηχανία και συζητήσεις για τα όρια του δημόσιου λόγου. Ο Αχιλλέας Μαδράς ήταν ηθοποιός και σκηνοθέτης που γεννήθηκε το 1875 κι έφυγε από τη ζωή το 1972, αφήνοντας μία ιδιαίτερη παρακαταθήκη στην ημεδαπή «Καθομιλουμένη», καθώς -όντας στομφώδης στον τρόπο ομιλίας του και επιρρεπής σε λεκτικές παραδρομές- είχε εμπνεύσει τούς συναδέλφους του σε αναγραμματισμό τού επωνύμου του. Έτσι, από το επίθετο «Μαδράς» προέκυψε η διακωμωδητική αντιστροφή «Σαρδάμ».
Η σχέση του προφορικού λόγου με το σαρδάμ είναι αδιαμφισβήτητη και το φαινόμενο δεν είναι απλώς αστείο: το «γλώσσεμα τής μπέρδας» αποτελεί μόνιμη αγωνία για κάθε ομιλητή και συχνά εμφανίζεται στις πιο ακατάλληλες στιγμές, υπονομεύοντας τη σοβαρότητα δελτίων ειδήσεων και ενημερωτικών εκπομπών και αποσπώντας την προσοχή των τηλεθεατών. Τα πρόσφατα περιστατικά με σεξιστικό περιεχόμενο αναδεικνύουν επιπλέον την ιδιαιτερότητα και το ηθικό ζήτημα του φαινομένου.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται τα επαναλαμβανόμενα τηλεοπτικά σφάλματα που, πέρα από το κωμικό, φέρουν σεξιστικές προεκτάσεις και εγείρουν συζητήσεις για την ευθύνη των παρουσιαστών και ρεπόρτερ. Στο ακόλουθο βίντεο συγκεντρώνονται πρόσφατα «happenings» όπου αναδεικνύεται η ευκολία με την οποία παρεμφερείς λέξεις νομιμοποιούν την εκφορά ταμπού.
Ιστορία του όρου Σαρδάμ
Η ιστορική αναφορά στον Αχιλλέα Μαδρά φωτίζει την καταγωγή του χιουμοριστικού όρου: η στομφώδης φωνή και τα συχνά λεκτικά παρατράγουδα του δημιούργησαν την ανάγκη για μια σατιρική ετικέτα. Η πολιτισμική αυτή «κληρονομιά» εξηγεί γιατί το σαρδάμ συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού στην κοινή γνώμη.
Ο προφορικός λόγος και το σαρδάμ εμφανίζονται ως συμπαγής ενότητα: ο ύπουλος εχθρός καραδοκεί και εμφανίζεται απρόσκλητος, ακόμα και σε στιγμές όπου απαιτείται αυστηρή επισημότητα. Η μετάβαση από την ιδιωτικότητα στη δημόσια σφαίρα πολλαπλασιάζει την αμηχανία και την κοινωνική επίδραση των λεκτικών ολισθημάτων.
Πρόκειται λοιπόν για τυχαία συμβάντα ή για εκδηλώσεις καταπιεσμένων επιθυμιών και υπόσυνειδητων εκδικήσεων; Ο αρθρογράφος θέτει το ερώτημα, υποστηρίζοντας ότι οι παραβάσεις του «Καθορισμένου» και του «Comme Il Faut» αναδύονται όταν οι προσωπικοί κώδικες επικοινωνίας εισέρχονται στη δημόσια σφαίρα.
Η φύση των λεκτικών σφαλμάτων
Η καθεστωτική και συχνά στείρα «Θεσμικότητα τού Λόγου» —η οποία κορυφώνεται στη θρησκόπληκτη «Δαιμονοποίηση τού Σώματος» και στη «Ναρκοθέτηση των Ερωτογενών Ζωνών»— παραβιάζεται αδιαλείπτως στους προσωπικούς κώδικες επικοινωνίας. Αυτό δημιουργεί μια απελευθερωτική ροπή που δύσκολα αποτινάσσεται όταν οι «παραβάτες» μεταφέρονται στο πλαίσιο της τηλεοπτικής δημόσιας σφαίρας.
Ως αποτέλεσμα, τα άβολα αυτά λάθη συχνά προκαλούν μειδιάματα και γέλια, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπουν την εμφάνιση σεξιστικών νοημάτων ως προαπαιτούμενη αθωότητα. Η διπλή αυτή ανάγνωση —κωμική και προβληματική— καθιστά την αντιμετώπιση των σαρδαμ πολύπλοκη ηθικά και επαγγελματικά.
Στην πράξη, τα πρόσφατα τηλεοπτικά παραδείγματα δείχνουν πόσο εύκολα η λέξη μετατρέπεται σε όχημα ταμπού: ρεπόρτερ της «Ε.Ρ.Τ.» -αναμασώντας την είδηση από το κινητό της- επεχείρησε να αναφερθεί σε «σπρέϊ πιπεριού», άλλος ρεπόρτερ της «Ε.Ρ.Τ.» -αναμασώντας την είδηση από μία κόλλα χαρτί- επεχείρησε να αναφερθεί σε «αεροσκάφη μονής κατεύθυνσης» και ο Άκης Παυλόπουλος που -αναμασώντας τη… ρητορική δεινότητά του- επεχείρησε να αναφερθεί στον «Περσικό Κόλπο» (κι ο «κόλπος» έχει σεξιστική σημασία, όμως υπάρχει και η… αφαιρετική διασκευή του).
Παραδείγματα από την τηλεόραση
Τα παραπάνω δείγματα λειτουργούν και ως δείκτες της ευρύτερης πολιτισμικής κατάστασης: όταν λέξεις που σχετίζονται με το σώμα και την ερωτικότητα εισέρχονται σε περιβάλλον που επιβάλλει τυπικότητα, η αντίδραση του κοινού είναι δραματική ή κωμική ανάλογα με το πλαίσιο.
Η δημοσιογραφική ευθύνη και η ανάγκη για σχολαστική προετοιμασία γίνονται εμφανείς: όχι μόνο για να αποφευχθούν λεκτικά σκηνικά, αλλά και για να μην υπονομευθεί η αξιοπιστία του μέσου. Η επανάληψη τέτοιων σφαλμάτων δημιουργεί εντός της κοινής γνώμης μία αίσθηση ανοχής που μπορεί να κανονικοποιήσει προσβλητικές διατυπώσεις.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο αρθρογράφος κλείνει με μία γριφώδη και σαρκαστική ευχή εμπνευσμένη από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και την προβοκατόρικη αθυρόστομη σκωπτικότητα του, που συχνά στόχευε να πλήξει το «Καθεστώς τού Πουριτανισμού» εκ των έσω: Κα_λή σας απόλαυση…
μ.Γ.



