Πλησιάζει το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία; Αναλυτές μιλούν για de facto «κλείσιμο» και αυξημένη αυτονομία

0
11

Η συζήτηση για το πότε και με ποιον τρόπο μπορεί να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέρχεται δυναμικά στα διεθνή φόρα ασφαλείας, όπως επισημαίνει η Deutsche Welle.

Σήματα από το Κίεβο

Στο περιθώριο του Φόρουμ Ασφαλείας του Κιέβου στα τέλη Απριλίου, δυτικοί αναλυτές και στρατιωτικοί αξιωματούχοι φάνηκαν να συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι διαμορφώνονται συνθήκες για ένα άτυπο, de facto κλείσιμο της σύγκρουσης — χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και μια επίσημη ειρηνευτική συμφωνία.

Καθοριστικό στοιχείο στις προβλέψεις τους θεωρούνται και οι πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοέμβριος, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν άμεσα τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο Κίεβο.

Φόβοι για νέα επιστράτευση

Παράλληλα, η παρατεταμένη στασιμότητα στο μέτωπο τροφοδοτεί σενάρια για νέα ρωσική επιστράτευση. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα μπορούσε να επαναλάβει μια κίνηση παρόμοια με εκείνη του φθινόπωρο του 2022 για να ενισχύσει τις δυνάμεις της Ρωσίας.

Ανησυχίες για τέτοιο ενδεχόμενο έχουν εκφράσει δημόσια και Ουκρανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι, ενώ και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αναφερθεί σε αντίστοιχες πιθανότητες.

Αντιπαραθέσεις αναλυτών

Δεν συμφωνούν, όμως, όλοι. Η Έβελιν Φάρκας, επικεφαλής του Ινστιτούτο Μακέιν στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, εκτιμά ότι μια γενικευμένη επιστράτευση δύσκολα θα είναι επιλογή του Κρεμλίνο, κυρίως εξαιτίας της πίεσης που ήδη ασκείται στην ρωσική οικονομία.

Κατά την άποψή της, ένα τέτοιο βήμα θα επιβάρυνε περαιτέρω την εσωτερική κατάσταση και θα δημιουργούσε πρόσθετους πολιτικούς κινδύνους για τη ρωσική ηγεσία.

Η άποψη του Κουρτ Φόλκερ

Παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, ο πρώην ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένες Πολιτείες για την Ουκρανία, Κουρτ Φόλκερ, εμφανίζεται αισιόδοξος για τη θέση του Κιέβου.

Υποστηρίζει ότι η Ουκρανία βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με προηγούμενες φάσεις του πολέμου, κυρίως επειδή έχει ενισχύσει την εγχώρια αμυντική παραγωγή και έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη δυτική στρατιωτική βοήθεια.

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η ουκρανική πλευρά καλύπτει πλέον μόνη της περίπου 60% έως 70% των στρατιωτικών αναγκών της, γεγονός που της προσδίδει μεγαλύτερη αυτονομία και αντοχή σε ενδεχόμενες μεταβολές της αμερικανικής πολιτικής.

Πολιτικές πιέσεις και σενάρια

Ο Φόλκερ θεωρεί μάλιστα ότι ακόμη και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μειώσουν ή διακόψουν προσωρινά τη ροή όπλων μέσω ευρωπαϊκών διαύλων, η Ουκρανία δεν θα βρεθεί σε κατάσταση κατάρρευσης.

Αντίθετα, σύμφωνα με τον ίδιο, το Κίεβο έχει ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς που του επιτρέπουν να συνεχίσει τη σύγκρουση για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει ωστόσο προειδοποιήσει ότι όσο πλησιάζει το φθινόπωρο, αναμένει εντονότερες πιέσεις από την αμερικανική πλευρά.

Η ουκρανική ηγεσία υποστηρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια κατάπαυση του πυρός με όρους που ευνοούν τη Ρωσία, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την αποχώρηση ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές του Ντονμπάς που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Κιέβου.

Η Φάρκας, ωστόσο, εμφανίζεται βέβαιη πως η Ουκρανία μπορεί να αντέξει τέτοια πολιτική πίεση χωρίς να αποδεχθεί όρους που θα συνιστούσαν στρατηγική ήττα.

Ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό

Η ίδια συνδέει τις εξελίξεις στην Ουκρανία με το μεγαλύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον: εκτιμά ότι μια σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να κλείσει πριν από το καλοκαίρι, να οδηγήσει στην επαναλειτουργία των Στενά του Ορμούζ και να επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να μεταφέρουν αλλού το ενδιαφέρον τους.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρει ακόμη και το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής πίεσης προς την Κούβα, με στόχο πολιτική αλλαγή στην Αβάνα. Παρ’ όλα αυτά, δεν θεωρεί ότι μια τέτοια μετατόπιση προτεραιοτήτων θα αποδυνάμωνε την ουκρανική υπόθεση — αντιθέτως, θα μπορούσε να περιορίσει τη διεθνή επιρροή της Ρωσία και να πλήξει παραδοσιακούς συμμάχους της.

Οι εκλογές ως κρίσιμο ορόσημο

Κοινός παρονομαστής στις τοποθετήσεις τόσο της Φάρκας όσο και του Φόλκερ είναι ότι οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές θα λειτουργήσουν ως κρίσιμο πολιτικό ορόσημο.

Και οι δύο θεωρούν πιθανό ένα αποτέλεσμα που θα αποδυναμώσει τον Ντόναλντ Τραμπ και συνολικά τους Ρεπουμπλικανούς, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη πίεση προς την αμερικανική κυβέρνηση ώστε να συνεχίσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία και το ΝΑΤΟ.

Στρατιωτικές εκτιμήσεις και οικονομική πίεση

Σε στρατιωτικό επίπεδο οι εκτιμήσεις παραμένουν επιφυλακτικές. Ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, ναύαρχος Τζουζέπε Κάβο Ντραγκόνε, επισημαίνει ότι μια καθαρή στρατιωτική λύση μοιάζει δύσκολη στο πεδίο της μάχης.

Παρά τις βαριές απώλειες που έχει υποστεί η Ρωσία, ο ρωσικός στρατός διατηρεί ακόμη σημαντικές δυνατότητες και αντοχές.

Ωστόσο, ο ίδιος αναγνωρίζει πως η πίεση στην οικονομία της Ρωσία ενδέχεται να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα που θα ωθήσει τη Μόσχα προς μια μορφή συμβιβασμού.

Παρόμοια εκτίμηση διατυπώνει και ο Φόλκερ, υπογραμμίζοντας πως το κόστος του πολέμου και οι απώλειες στο μέτωπο επιβαρύνουν ολοένα περισσότερο την ρωσική οικονομία και ότι η εσωτερική κατάσταση στη Ρωσία επιδεινώνεται, με τον χρόνο να μη λειτουργεί υπέρ του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Διαφωνίες για το πότε θα έρθει η καμπή

Παρά τη γενική σύγκλιση ως προς την κατεύθυνση των εξελίξεων, οι δυτικοί αναλυτές διαφωνούν για το πότε ακριβώς μπορεί να εμφανιστεί το καθοριστικό σημείο καμπής.

Ο Φόλκερ θεωρεί ότι μια ουσιαστική μεταβολή θα μπορούσε να σημειωθεί ακόμη και εντός της φετινής χρονιάς, αποδίδοντας σε αυτό το σενάριο πιθανότητες άνω του 50%.

Η Φάρκας εμφανίζεται πιο συγκρατημένη, εκτιμώντας ότι το 2027 ίσως αποτελέσει τη χρονιά κατά την οποία η Ουκρανία θα μπορέσει να παρουσιαστεί ως η τελική νικήτρια της σύγκρουσης.