Ο Πούτιν υποβάθμισε τις οικονομικές δυσκολίες σήμερα. Η ομιλία ανέφερε ΑΕΠ -0,2% και έλλειμμα 80 δισ.

0
7
Ανάλυση για την οικονομία Ρωσίας μετά την ομιλία Πούτιν στο φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης

Η οικονομία Ρωσίας τέθηκε στο επίκεντρο της ομιλίας στο φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, όπου ο Βλαντίμιρ Πούτιν υποβάθμισε τις οικονομικές δυσκολίες της χώρας και επέλεξε να τονίσει την «κυριαρχία» και τις διεθνείς συνεργασίες.

Στην ετήσια συνάντηση που συγκεντρώνει Ρώσους και ξένους αξιωματούχους και επιχειρηματίες, ο Πούτιν τόνισε τις σχέσεις με Κίνα και Σαουδική Αραβία, ενώ τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το ΑΕΠ υπέστη συρρίκνωση 0,2% το πρώτο τρίμηνο και το κράτος παρουσίασε έλλειμμα 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο πρώτο τετράμηνο, ή περίπου 2,5% του ετήσιου ΑΕΠ.

“Ακούμε τις επικρίσεις. Από όλες τις πλευρές, μας είπαν ότι όλα πάνε άσχημα στη χώρα μας. Ναι, η οικονομική δυναμική είναι επί του παρόντος συγκρατημένη”,

Η ομιλία και οι εταίροι

Ο διάλογος στο φόρουμ, που συχνά αποκαλείται το «ρωσικό Νταβός», έδωσε προτεραιότητα στην παρουσία Κινέζων και Σαουδαράβων, ενώ παρόντες ήταν και ορισμένοι δυτικοί παράγοντες, παρά το φόντο των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Ο Πούτιν σημείωσε την αύξηση του ρόλου των χωρών της BRICS στην παγκόσμια οικονομία και υπογράμμισε την προσπάθεια διεύρυνσης κύκλων συνεργασιών, την ώρα που η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό, αυξημένο κόστος δανεισμού και ελλείψεις εργατικού δυναμικού.

“Σε μια τεταμένη και δύσκολη συγκυρία, η Ρωσία συνεχίζει να ενισχύει την κυριαρχία της διευρύνοντας τον κύκλο των εταίρων της”,

Δείκτες και δημοσιονομικά

Τα επίσημα νούμερα επιβεβαιώνουν ότι η οικονομία έχει υποστεί πίεση: η τριμηνιαία πτώση 0,2% είναι η πρώτη σε τρία χρόνια, ενώ το δημοσιονομικό κενό των 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο πρώτο τετράμηνο ξεπερνά τις προβλέψεις για το σύνολο της χρονιάς.

Παρά τούτο, η Ρωσία διατηρεί σχετικά χαμηλό δημόσιο χρέος, περίπου 16% του ΑΕΠ, και διαθέτει κρατικό επενδυτικό ταμείο σχεδόν 156 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι εξαγωγές υδρογονανθράκων ενισχύθηκαν μετά την αναστάτωση στις αγορές ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

“Από την προσεχή χρονιά, θα πρέπει να επανέλθουμε σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας. Αυτό δεν θα είναι δυνατό παρά μόνο υπό έναν όρο: αυξάνοντας τις επενδύσεις”,

Πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο

Ο Πούτιν συχνά υποβαθμίζει τους κινδύνους, επιμένοντας στην ανθεκτικότητα της Ρωσίας παρά στην απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς και τις πολλαπλές δυτικές κυρώσεις που επιβαρύνουν την οικονομία.

Η Ουκρανία, από πλευράς της, συνεχίζει να στοχεύει υποδομές ενέργειας της Ρωσίας για να χτυπήσει πηγές εσόδων της Μόσχας, αυξάνοντας την πίεση στο πετρελαϊκό σύστημα και στους πετρελαϊκούς αγωγούς.

Την έναρξη του φόρουμ επισκίασε επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έπληξαν πετρελαϊκή εγκατάσταση και παρακείμενη στρατιωτική θέση, με καλεσμένους να αναφέρουν ότι είδαν στήλη μαύρου καπνού στον ορίζοντα.

Επιστολή Ζελένσκι και πιέσεις

Την παραμονή της ομιλίας, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απέστειλε επιστολή στον Πούτιν, επαναφέροντας την πρότασή του για “πλήρη” κατάπαυση του πυρός και προτείνοντας και πάλι κατ’ ιδίαν συνάντηση.

“Οι πόροι σας μειώνονται σημαντικά. Δεν θα έχετε αρκετά χρήματα ούτε πολιτικό κεφάλαιο για να συνεχίσετε να εξαγοράζετε την αφοσίωση των Ρώσων όπως κάνατε αυτά τα τελευταία 26 χρόνια”,

Στο εσωτερικό, όλο και περισσότεροι πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις νιώθουν τη συρρίκνωση: αυξανόμενο κόστος ζωής, προβλήματα στις πληρωμές όταν το ίντερνετ διακόπτεται μετά επιθέσεις, και φόβοι για λουκέτα.

Αντίκτυπος στην καθημερινότητα

Η Σβετλάνα, ιδιοκτήτρια καταστήματος ρούχων στο Χαμπαρόβσκ, λέει ότι οι οικογένειες κάνουν λιγότερα παιδιά και “σφίγγουν το ζωνάρι”, ενώ η Βέρα, ιδιοκτήτρια ινστιτούτου αισθητικής, είδε διπλασιασμό τιμών προμηθειών και αν και πέρασε από “παρ’ ολίγον πτώχευση” το 2022, εκτιμά ότι “αυτές οι δυσκολίες είναι απλά ενοχλήσεις”.

Ο οικονομολόγος Αλεξάντερ Κολιάντερ, που εργάζεται στο Λονδίνο, σχολιάζει ότι η ρωσική αγορά εισέρχεται “σε μια φάση στασιμότητας, που χαρακτηρίζεται από υψηλά επιτόκια και ισχυρή πληθωριστική πίεση”, αλλά δεν βλέπει επιστροφή στην κρίση της δεκαετίας του 1990, περιγράφοντας πρόκειται για “μια βραδεία υποβάθμιση όλων των τομέων”.