Ηλίας Ψυχογιός
Ο λόγος του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα κινείται σταθερά προς τα κάτω τα τελευταία χρόνια. Για το 2026 το χρέος προβλέπεται στο 136,8% του ΑΕΠ, περίπου δέκα μονάδες κάτω από το 146,1% του 2025.
Παρά τις συνεχείς αποκλιμακώσεις, υπάρχει ένα σαφές ψυχολογικό και πολιτικό ορόσημο: το επίπεδο του 100%, το οποίο η χώρα δεν έχει δει εδώ και πολλά χρόνια. Οι προβλέψεις τοποθετούν τη διάσπαση αυτού του ορίου στην περίοδο 2033-2034, εφόσον τηρηθεί μια αυστηρή δημοσιονομική στρατηγική.
Πώς επετεύχθη η πτώση
Η επιτυχία στην αποκλιμάκωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ στηρίζεται σε τρεις βασικούς παράγοντες που λειτουργούν συμπληρωματικά.
Πρώτος και κυρίαρχος είναι η διαρκής παραγωγή δημοσιονομικών πλεονασμάτων — όπως συνέβη με πλεονάσματα άνω του 3% στα προηγούμενα έτη — που μηδενίζουν την ανάγκη κάλυψης ελλειμμάτων. Τα ελλείμματα ήταν άλλωστε ο λόγος που οδήγησε τη χώρα στα μνημόνια πριν από 16 χρόνια.
Οι ρίζες αυτών των δημοσιονομικών προβλημάτων είναι πολλαπλές: η εκτόξευση του δημόσιου χρέους κατά την περίοδο 2004-2009, το πελατειακό κράτος που αναπτύχθηκε την περίοδο 1981-1989 και η συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής που ξεκίνησε το 1975 και ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του ’80.
Πρώιμες αποπληρωμές και κόστη
Δεύτερος παράγοντας είναι οι πρόωρες αποπληρωμές κρατικών δανείων που έγιναν τα τελευταία χρόνια. Παραδείγματος χάριν, έχει προγραμματιστεί η εξόφληση διμερών δανείων (GLF), όπως η δόση των 6,9 δισ. ευρώ στα μέσα του 2026, καθώς και η αποπληρωμή τμημάτων των δανείων του EFSF.
Αυτές οι κινήσεις μειώνουν το απόλυτο μέγεθος του χρέους και εξοικονομούν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε ετήσιους τόκους.
Snowball effect
Τρίτος παράγοντας είναι το φαινόμενο της διαφοράς επιτοκίου – ανάπτυξης (snowball effect). Όταν η ονομαστική ανάπτυξη και ο πληθωρισμός διατηρούνται πάνω από το μέσο επιτόκιο δανεισμού, ασκείται λογιστική πίεση για πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ — μια προσέγγιση που οι αγορές λαμβάνουν σοβαρά υπόψη.
Αυτοί οι τρεις μηχανισμοί έχουν αντίκτυπο όχι μόνο στα νούμερα αλλά και στην πραγματική οικονομία και την καθημερινή ζωή των πολιτών.
Γιατί νοιάζει τους πολίτες
Υπάρχει η γνωστή αντιπαρέρρηση «ευημερούν οι αριθμοί και υποφέρουν οι πολίτες». Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει το αντίθετο: αν οι αριθμοί χειροτερέψουν, υποφέρουν και οι πολίτες. Η μείωση του χρέους σε επίπεδα κάτω του 100% αλλάζει δομικά το προφίλ κινδύνου της χώρας (country risk), με άμεσες συνέπειες στην οικονομία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Κατ’ αρχάς, η ελάφρυνση από το βάρος του χρέους απελευθερώνει κρατικούς πόρους για παραγωγικές επενδύσεις — το Ταμείο Ανάκαμψης μάλιστα σταδιακά ολοκληρώνεται — και διακόπτει τον φαύλο κύκλο ανακύκλωσης πιστωτικών υποχρεώσεων που χαρακτήριζε προηγούμενες δεκαετίες.
Μειωμένο κόστος δανεισμού
Η βελτίωση του προφίλ κινδύνου οδηγεί σε χαμηλότερα επιτόκια εξωτερικού δανεισμού για τις ελληνικές τράπεζες. Έτσι θα μειώνεται και το κόστος εταιρικού δανεισμού, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα και μειώνοντας το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις — με τελικό αποτέλεσμα πιθανή μείωση τιμών για τους καταναλωτές.
Επιπλέον, μικρότερο ποσοστό δημόσιου χρέους ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε εξωτερικά σοκ — για παράδειγμα όσα συμβαίνουν στα στενά του Ορμούζ. Σκεφτείτε τι θα είχε συμβεί αν όλο το δημοσιονομικό πλεόνασμα είχε μοιραστεί στους πολίτες πριν από δύο ή τρία χρόνια, όπως εισηγήθηκαν κάποιοι: τότε δεν θα υπήρχε «κάβα» για να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις του κορονοϊού, της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, της κρίσης με τη Λιβύη ή ο πόλεμος στο Ισραήλ.
Αντοχή σε ακραία σενάρια
Αναλύσεις βιωσιμότητας δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία αντέχει ακόμη και σε ακραία σενάρια όπου η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη κυμαίνεται μεταξύ 0,4% και 0,8%.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι οίκοι αξιολόγησης — Fitch, S&P, Moody’s, DBRS — οι οποίοι θέτουν ως προαπαιτούμενο για αναβαθμίσεις τη σταθερά καθοδική πορεία του χρέους.
Trigger points και αγορές
Τεχνικά, η επιβεβαίωση των προβλέψεων για συνεχή πτώση του χρέους και η βελτίωση της σχέσης δημοσίων εσόδων προς τις δαπάνες εξυπηρέτησης αποτελούν τα σημεία ενεργοποίησης (trigger points) για περαιτέρω αναβαθμίσεις. Οι εκθέσεις αξιολόγησης του 2026 έχουν ήδη προεξοφλήσει πρόσθετες πρόωρες αποπληρωμές· εφόσον δεν προκύψουν αναπάντεχες γεωπολιτικές ή εμπορικές αναταράξεις, οι οίκοι αναμένεται να δώσουν θετικές προοπτικές (outlooks) ως προθάλαμο νέων αναβαθμίσεων.
Οι αγορές ομολόγων, κατά κανόνα, κινούνται εμπροσθοβαρώς και ταχύτερα από τους επίσημους οίκους, γιατί με την πρόβλεψη των τάσεων αποκομίζουν τα ανάλογα κέρδη ή ζημίες.
Αγορά ομολόγων και «μαξιλάρι»
Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών τίτλων κινούνται πλέον σε επίπεδα ανταγωνιστικά ή και χαμηλότερα από αντίστοιχους τίτλους χωρών της Ευρωζώνης με θεωρητικά καλύτερη βαθμολογία (π.χ. Ιταλία), με αποτέλεσμα η αγορά ομολόγων να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως οντότητα με χρέος εντός ορίων.
Συνδυαστικά με το γνωστό «μαξιλάρι» των 38 δις ευρώ, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θεωρούνται καλυμμένες για μεγάλο διάστημα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτό μηδενίζει το βραχυπρόθεσμο ρίσκο αθέτησης πληρωμών και καθιστά τα ελληνικά ομόλογα ευκαιρία επένδυσης ασφάλειας και όχι κερδοσκοπίας.
Μακροπρόθεσμος στόχος
Στο τέλος, το ηθικό δίδαγμα είναι απλό: η σταδιακή αποπληρωμή των χρεών και η συνέπεια στη δημοσιονομική διαχείριση εκπαιδεύουν πολίτες και επιχειρήσεις σε πιο υπεύθυνες συμπεριφορές. Αν αυτή η πολιτική διατηρηθεί για μια γενιά — περίπου 20 χρόνια — η κοινωνία και η οικονομία μπορεί να λειτουργούν διαφορετικά, να επενδύουν διαφορετικά και, πιθανώς, να ψηφίζουν διαφορετικά από τους προγόνους τους.
ilpsychogios@gmail.com

