Κυριάκος Μητσοτάκης επικεντρώνεται στην επικοινωνία: Το πολιτικό ρίσκο φρενάρει επενδύσεις και δημιουργεί “λαβίδα” για τη Νέα Δημοκρατία

0
11
Απεικόνιση του πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα: επενδυτικό κλίμα, πολιτικές αποφάσεις και οικονομικές επιπτώσεις

Το πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα μεταβάλλει το κανονικό επιχειρηματικό ρίσκο σε ένα βαρύτερο, απρόβλεπτο φορτίο που αποθαρρύνει επενδύσεις και μπλοκάρει σχέδια ανάπτυξης. Η άνοδος εναλλακτικών σχηματισμών και η τακτική των ξαφνικών παρεμβάσεων —από αλλαγές στον ΦΠΑ μέχρι αιφνιδιαστικές αδειοδοτήσεις και εκτεταμένες εργασίες σε δρόμους— επιβαρύνουν την αγορά και αυξάνουν την αβεβαιότητα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Στις δύο πρώτες γραμμές της κρίσης βρίσκονται οι επιχειρηματίες και οι μισθωτοί: το πρόβλημα δεν είναι μόνο το κόστος πρώτων υλών ή η ενέργεια, αλλά το γεγονός ότι αποφάσεις δημόσιας διοίκησης και πολιτικής μπορούν να ανατρέψουν επενδυτικά σχέδια εν μία νυκτί. Η σημαντική φθορά της κυβερνητικής εμπιστοσύνης τα τελευταία δύο χρόνια και η εμφάνιση νέων κομμάτων διαμορφώνουν ένα πολιτικό περιβάλλον που καθιστά πιο επικίνδυνα τα μακροπρόθεσμα επενδυτικά πλάνα.

Νέα κόμματα και εκτόξευση αβεβαιότητας

Η ίδρυση της ΕΛΑΣ από τον Αλέξη Τσίπρα και της “Ελπίδας” από την κυρία Καρυστιανού, που εμφανίζουν αξιόλογη δυναμική στις πρώτες μετρήσεις, δεν πρέπει να θεωρηθεί απλώς στατιστική παρέκκλιση. Αντιπροσωπεύουν την αναζήτηση νέας πολιτικής στέγης από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας και αντανακλούν την απογοήτευση από τις υφιστάμενες επιλογές. Η πολιτική αναδιάταξη διευρύνει την αίσθηση ρευστότητας και αυξάνει το ρίσκο για σταθερές κυβερνητικές επιλογές.

Παράλληλα, η πιθανότητα δημιουργίας νέου φορέα γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και η ρητορική του που απευθύνεται στον παραδοσιακό πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να ασκήσει διπλή πίεση, διαμορφώνοντας μια κλασική “λαβίδα” που συμπιέζει την κυβερνώσα παράταξη από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος.

Το αποτέλεσμα είναι αναμφίβολο: συρρίκνωση των διαθέσιμων κεφαλαίων για νέες επενδύσεις, αναβολή έργων και αύξηση του κόστους ευκαιρίας για την οικονομία. Οι υπεύθυνοι επενδυτές προτιμούν περιβάλλοντα όπου οι κανόνες είναι σταθεροί και οι αποφάσεις προβλέψιμες — όχι σε χώρες όπου η δημόσια πολιτική μεταβάλλεται αιφνιδιαστικά.

Δομή κράτους και απογοήτευση της αγοράς

Οι ρίζες του προβλήματος βρίσκονται λιγότερο στις συζητήσεις της Βουλής και περισσότερο στην παραγωγικότητα και στην καθημερινή λειτουργία του κράτους. Η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, παρά τις επιμέρους εξαιρέσεις σε μεγάλα έργα υποδομών. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης για ουσιαστική σύγκρουση με το διοικητικό status quo και η εφαρμογή διαρθρωτικών αλλαγών με αποσπασματικό τρόπο αφήνουν θεσμικά εμπόδια ανέπαφα.

Η γραφειοκρατία, οι δαιδαλώδεις εγκύκλιοι και οι ανενεργές διατάξεις σε ΦΕΚ καθυστερούν την υλοποίηση επενδύσεων, πολλαπλασιάζουν τους χρόνους και αυξάνουν το κόστος. Όταν η πολιτική επιλογή φοβάται το πολιτικό κόστος, προτιμά την ακινησία, με συνέπεια να φρενάρεται η επιχειρηματικότητα και να περιορίζεται η δημιουργία πλούτου.

Η έλλειψη διαφανούς κατανομής πόρων ενισχύει την αντίληψη ανισότητας: η πλειονότητα των πολιτών βλέπει τη δύναμη αγοραστικής που συρρικνώνεται, ενώ ορισμένοι όμιλοι καταγράφουν κέρδη —ένα φαινόμενο που τροφοδοτεί πολιτική αποστροφή και ενισχύει κοινωνικές εντάσεις.

Επιδράσεις στην οικονομία και εμπιστοσύνη

Στην πράξη, η αύξηση του πολιτικού ρίσκου έχει άμεσες επιπτώσεις στις αγορές και στην πραγματική οικονομία. Οι σοβαροί επενδυτές αναβάλλουν αποφάσεις, τα επιχειρηματικά σχέδια παγώνουν και η οικονομία επιστρέφει σε χαμηλή, αναποτελεσματική τροχιά. Ωφελούνται μόνο όσοι εκμεταλλεύονται την αστάθεια για πολιτικό όφελος, ενώ χαμένοι μένουν οι συνεπείς φορολογούμενοι και οι παραγωγικές επιχειρήσεις.

Η σημερινή στρατηγική επικοινωνίας της κυβέρνησης με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη —η οποία δίνει έμφαση σε εξαγγελίες και προσωρινά μέτρα— δεν αντιμετωπίζει τις δομικές αιτίες. Τα επιδόματα και οι αποσπασματικές παρεμβάσεις δεν αρκούν όταν το πρόβλημα είναι συστημικό και συνδέεται με θεσμικές αδυναμίες.

Η αντιστροφή της κατάστασης απαιτεί τεχνοκρατική προσέγγιση, με στοχευμένες μειώσεις φορολογίας στη μισθωτή εργασία, ελάφρυνση του μη μισθολογικού κόστους, συστηματικό έλεγχο τιμών και ουσιαστική μείωση της γραφειοκρατίας. Χωρίς μετρήσιμες και ρεαλιστικές παρεμβάσεις που θίγουν τα δίκτυα επιρροής, το αυξημένο πολιτικό ρίσκο θα παγιωθεί και η χώρα θα εγκλωβιστεί σε περίοδο χαμηλών προσδοκιών και χαμένων ευκαιριών.

Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr