Πιερρακάκης: «Η βιομηχανία τροφίμων πρέπει να θεωρηθεί υποδομή ασφαλείας»

0
33
Ομιλία του Πιερρακάκη για τη βιομηχανία τροφίμων στο συνέδριο του ΣΕΒΤ, μεγέθη και πολιτικές

«Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων είναι υποδομή εθνικής ασφάλειας και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και ως τέτοια», δήλωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, σε ομιλία του στην ετήσια γενική συνέλευση του Σύνδεσμος Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) με θέμα: «Βιομηχανία τροφίμων και ποτών: Ανθεκτικότητα και παραγωγικότητα σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας».

Ο υπουργός υπογράμμισε αρχικά τη σημασία και τη δυναμική του κλάδου, όπως αυτή αποτυπώνεται στον κύκλο εργασιών, στις εξαγωγές και στον αριθμό των απασχολουμένων. Ειδικά στο ζήτημα της απασχόλησης τόνισε ότι πρέπει να αναθεωρηθούν οι πολιτικές για την προσέλκυση και τη διατήρηση ταλέντων. Αυτό, πρόσθεσε, συνεπάγεται τρεις βασικές παρεμβάσεις: πρώτον, την καλύτερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγής (πανεπιστήμια, ΕΠΑΛ, δομές επαγγελματικής κατάρτισης), δεύτερον την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού που έχει η χώρα και τρίτον την προώθηση μιας πιο σύγχρονης εικόνας της βιομηχανίας που συνδέεται όλο και περισσότερο με την τεχνολογία, την καινοτομία, τη βιωσιμότητα και την εξωστρέφεια.

Παράλληλα επισήμανε την αναπόσπαστη σχέση της μεταποίησης τροφίμων με τον πρωτογενή τομέα και για αυτό η κυβέρνηση έχει λόγο να στηρίξει την ελληνική γεωργία και την κτηνοτροφία, διότι μια ισχυρή βιομηχανία τροφίμων προϋποθέτει έναν ισχυρό πρωτογενή τομέα. Εκεί βρίσκεται η βάση της ποιότητας, της ταυτότητας και της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού προϊόντος και πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να χτιστεί η μελλοντική δυναμική των ελληνικών τροφίμων.

Μέλλον της βιομηχανίας τροφίμων

Αναλυτικά, η ομιλία του υπουργού έχει ως εξής:

Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Το να βρίσκομαι απόψε ανάμεσά σας, στον κορυφαίο κλάδο της ελληνικής μεταποίησης, έχει για εμένα ιδιαίτερη μεγάλη σημασία. Το θέμα που έχετε επιλέξει για φέτος, «Ανθεκτικότητα και Παραγωγικότητα σε περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας», νομίζω ότι συμπυκνώνει με ακρίβεια αυτό που είναι σήμερα το ζητούμενο όχι μόνο για τον δικό σας κλάδο, αλλά για το σύνολο της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας.

Επιτρέψτε μου να σταθώ σε ορισμένους αριθμούς, γιατί αποτυπώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τη σημασία και τη δυναμική του κλάδου σας:

-26,2 δισεκατομμύρια ευρώ κύκλος εργασιών.

Αποδοτικότητα και μεγέθη

-7,4 δισεκατομμύρια ευρώ εξαγωγές.

-376.000 άνθρωποι που εργάζονται, άμεσα ή έμμεσα, χάρη στον κλάδο σας.

-Επενδύσεις πάνω από 7 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου το 30% του συνόλου των επενδύσεων της ελληνικής μεταποίησης.

Επενδύσεις και εξωστρέφεια

-Διπλάσιες εξαγωγές την τελευταία δεκαετία.

Θέλω να ξεκινήσω από κάτι που θεωρώ θεμελιώδες. Η ανταγωνιστικότητα, η ελληνική και η ευρωπαϊκή, είναι η μεγάλη πρόκληση της γενιάς μας. Δεν είναι ένα τεχνοκρατικό ζήτημα ανάμεσα σε όλα τα άλλα. Είναι η πρόκληση. Είναι αυτή που θα καθορίσει αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αποτελεί χώρο ευημερίας, κοινωνικής συνοχής και παραγωγικής ισχύος μέσα σε ένα περιβάλλον ολοένα πιο απαιτητικού διεθνούς ανταγωνισμού. Και είναι αυτή που θα κρίνει αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να ανεβαίνει σταθερά ή αν θα δυσκολευτεί να ξεφύγει από ένα μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Και πρέπει να δούμε με ειλικρίνεια πού εντοπίζονται σήμερα οι βασικές πιέσεις στην ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ορισμένα διαρθρωτικά σημεία πίεσης, θα έλεγα «σημεία συμφόρησης», που επιβαρύνουν την παραγωγική της βάση και ειλικρινώς θα πω ότι καμία χώρα δεν θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει μόνη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο μεγάλη και αν αυτή η χώρα θεωρούμε ότι είναι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ενεργειακό κόστος και προκλήσεις

Πρώτον και σημαντικότερο: η ενέργεια. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες, και ιδιαίτερα ενεργοβόροι κλάδοι όπως ο δικός σας, συνεχίζουν να λειτουργούν με ενεργειακό κόστος αισθητά υψηλότερο από αυτό που αντιμετωπίζουν οι ανταγωνιστές τους σε άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δημιουργεί μια διαρθρωτική πίεση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.

Γι’ αυτό και απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή απάντηση: περισσότερες διασυνδέσεις σίγουρα, καλύτερος συντονισμός, επιτάχυνση της παραγωγής καθαρής ενέργειας και βαθύτερη ενοποίηση της ενεργειακής αγοράς. Έχουμε ήδη άλλωστε πολύ σημαντικές ασυμμετρίες ανάμεσα στα κράτη- μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το να κατακτήσουμε, να αποκτήσουμε μια πραγματική ενεργειακή Ένωση είναι κάτι το οποίο θα είναι θεμελιώδες και για την ευρωπαϊκή βιομηχανία- και εγώ θα πω ευρύτερα- για την οικονομία.

Πολιτικές για πρώτες ύλες

Δεύτερον: οι πρώτες ύλες και οι κρίσιμες αλυσίδες αξίας. Τα τελευταία χρόνια, από την πανδημία μέχρι τις γεωπολιτικές εντάσεις, αναφερθήκατε σε αυτό πριν, έγινε σαφές πόσο ευάλωτες μπορούν να γίνουν οι αλυσίδες εφοδιασμού. Από τις πρώτες ύλες και τις συσκευασίες μέχρι τα βιομηχανικά υλικά και τα ανταλλακτικά, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία σε κρίσιμους τομείς, χωρίς βεβαίως να απομακρυνθεί από τις αρχές του ανοιχτού εμπορίου.

Τρίτον: η ανάγκη απλοποίησης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος. Υπάρχουν πολλοί φιλόδοξοι στόχοι που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτό καλώς έχει γίνει. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή στο συνολικό βάρος συμμόρφωσης που δημιουργείται για τις επιχειρήσεις, ειδικά για τις μεσαίες βιομηχανίες. Από τη συσκευασία και τη σήμανση μέχρι τις υποχρεώσεις reporting και βιωσιμότητας, είναι σημαντικό οι κανόνες να παραμένουν εφαρμόσιμοι και λειτουργικοί στην πράξη.

Χρηματοδοτική πρόσβαση και μεταρρυθμίσεις

Και τέταρτον: η πρόσβαση σε κεφάλαια. Εδώ μιλάμε για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνολική καταγραφή είναι ότι η Ευρώπη διαθέτει υψηλές αποταμιεύσεις, αλλά ταυτόχρονα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να κατευθύνει επαρκή επενδυτικά κεφάλαια προς την πραγματική οικονομία και προς τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και αυτή η συζήτηση για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποκτά ιδιαίτερη μεγάλη σημασία, ειδικά για τις μεσαίες επιχειρήσεις που σήμερα βασίζονται κυρίως στον τραπεζικό δανεισμό.

Εγώ θα σας πω ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που μπορούμε να πραγματώσουμε, να υλοποιήσουμε μέσα στα επόμενα χρόνια, να διοχετεύσουμε δηλαδή τις αποταμιεύσεις στις επενδύσεις γιατί η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι μεγάλο κομμάτι αυτών των επενδύσεων καταλήγει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Και έχει πολλά σημεία αυτή η μεγάλη διαρθρωτική μεταρρύθμιση από το πώς μια start- up θα μπορέσει να μεγαλώσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο μέχρι το πώς θα αποκτήσουμε μεγαλύτερες και πιο εύρωστες τράπεζες, μέχρι το πώς θα ενοποιήσουμε τα χρηματιστήρια μας, όλα αυτά σωρευτικά θα είναι μία πραγματικά μεγάλη αναπτυξιακή ώθηση συνολικότερα για την Ευρώπη.

Συντονισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο

Αυτά τα choke points, τα οποία ουσιαστικά ανέφερα, δεν μπορούν να λυθούν σε εθνικό επίπεδο. Γι’ αυτό και ξεκινάω από αυτό. Λύνονται μόνο συνολικά, σε επίπεδο Ευρώπης. Και αυτή είναι μία συζήτηση που γίνεται σήμερα στο Eurogroup, στο ECOFIN, γίνεται προφανώς σε επίπεδο ηγετών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Αυτές οι προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στο εθνικό επίπεδο. Απαιτούν συντονισμένες ευρωπαϊκές απαντήσεις. Και αυτή ακριβώς η συζήτηση θα κινηθεί ακόμη πιο γρήγορα μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα.

Επίσης, θα προσθέσω εδώ ότι είναι σημαντικό ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς στο δωμάτιο όταν αυτές οι συζητήσεις πραγματοποιούνται, κάθεται στο τραπέζι. Και κάθεται με πολύ μεγαλύτερο βάρος από ό,τι στο παρελθόν.

Τρόφιμα ως στρατηγική ασφάλεια

Υπάρχει επιτρέψτε μου να πω, ένας επιπρόσθετος λόγος που η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα συνολικά. Ζούμε σε μια εποχή όπου τα τρόφιμα έχουν πάψει να είναι απλώς εμπορικό αγαθό. Είναι ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας. Είναι γεωπολιτικό ζήτημα. Και η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι διαταραχές στη Μέση Ανατολή, στα Στενά του Ορμούζ, η κλιματική κρίση, έχουν αποδείξει, έχουν θεμελιώσει στην πράξη το πόσο εύθραυστες είναι οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων.

Χώρες που για δεκαετίες θεωρούσαν δεδομένη την πρόσβαση σε φθηνά εισαγόμενα τρόφιμα, ανακαλύπτουν ξανά την αξία της εγχώριας παραγωγικής βάσης για την Ευρώπη και ειδικότερα για την Ελλάδα τώρα. Αυτό είναι ταυτόχρονα και πρόκληση και ευκαιρία. Είναι πρόκληση γιατί πρέπει να θωρακίσουμε τις αλυσίδες μας.

Είναι ευκαιρία γιατί διαθέτουμε έναν ισχυρό παραγωγικό κλάδο τροφίμων που μπορεί να αποτελέσει πυλώνα της Ευρωπαϊκής Επισιτιστικής Επάρκειας. Η βιομηχανία τροφίμων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πρωτογενή τομέα, γι’ αυτό και έχουμε κάθε λόγο να στηρίζουμε την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία, γιατί μια ισχυρή βιομηχανία τροφίμων προϋποθέτει και έναν ισχυρό πρωτογενή τομέα. Εκεί βρίσκεται η βάση της ποιότητας, της ταυτότητας και της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού προϊόντος. Και πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να συνεχίσει να χτίζεται η δυναμική των ελληνικών τροφίμων τα επόμενα χρόνια.