Πόσο «απαγορευτικά» είναι τα γαλακτοκομικά για τη δυσανεξία λακτόζης;

0
5
Ποτήρι γάλα και γιαούρτι στο τραπέζι, θέμα δυσανεξία λακτόζης και γαλακτοκομικά σε καθημερινή χρήση

Δυσανεξία λακτόζης: Οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτή την κατάσταση μπορούν να καταναλώνουν μικρές ποσότητες γάλακτος και γιαουρτιού χωρίς σοβαρά συμπτώματα, σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα.

Για χρόνια η διάγνωση της δυσανεξίας στη λακτόζη αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν απόλυτη απαγόρευση για κάθε γαλακτοκομικό προϊόν. Νεότερες μελέτες όμως δείχνουν ότι η εικόνα είναι πιο πολύπλοκη και ότι πολλοί αποκλείουν άδικα τρόφιμα που ενδέχεται να τα αντέχουν.

Η λακτόζη είναι το φυσικό σάκχαρο του γάλακτος. Για να χωνευτεί χρειάζεται το ένζυμο λακτάση, που παράγεται στο λεπτό έντερο. Όταν η παραγωγή του ενζύμου μειωθεί, η λακτόζη δεν διασπάται πλήρως και περνά στο παχύ έντερο, όπου ζυμώνεται από βακτήρια προκαλώντας φούσκωμα, αέρια, κοιλιακό πόνο ή διάρροια.

Δυσανεξία λακτόζης: αιτίες

Η ελαττωμένη παραγωγή λακτάσης μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Σε πολλές περιπτώσεις σχετίζεται με κληρονομικότητα και γενετική προδιάθεση, καθώς ορισμένοι πληθυσμοί εμφανίζουν δυσανεξία στη λακτόζη πιο συχνά από άλλους.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η ηλικία, αφού με το πέρασμα των ετών ο οργανισμός παράγει λιγότερη λακτάση. Έτσι άτομα που παλαιότερα κατανάλωναν γαλακτοκομικά χωρίς πρόβλημα μπορεί αργότερα να εμφανίσουν συμπτώματα δυσανεξίας.

Παράλληλα, η δυσανεξία μπορεί να εμφανιστεί μετά από παθήσεις ή καταστάσεις που επηρεάζουν το έντερο, όπως γαστρεντερίτιδα, κοιλιοκάκη, νόσος Crohn ή ελκώδης κολίτιδα. Ακόμη και ορισμένα φάρμακα, ιδίως η μακροχρόνια χρήση αντιβιοτικών, μπορούν να διαταράξουν την ισορροπία του εντέρου και να συμβάλουν στην εμφάνισή της.

Παράγοντες που επιδεινώνουν

Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι το έντονο στρες μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος και να επιδεινώνει συμπτώματα που σχετίζονται με τη δυσανεξία στη λακτόζη.

Είναι επίσης σημαντικό να ξεχωρίσουμε ότι η δυσανεξία στη λακτόζη δεν πρέπει να συγχέεται με την αλλεργία στο γάλα. Η αλλεργία αφορά αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος στις πρωτεΐνες του γάλακτος και μπορεί να είναι σοβαρή ή ακόμη και επικίνδυνη. Αντίθετα, η δυσανεξία αφορά κυρίως το πεπτικό σύστημα.

Η γαστρεντερολόγος Τζούντιθ Ρόζενμπεργκ, σε ανασκόπηση του NIDDK των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, εξηγεί ότι τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται από 30 λεπτά έως 2 ώρες μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών.

Πόση λακτόζη αντέχουν οι περισσότεροι

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των τελευταίων ετών είναι ότι η πλήρης αποφυγή γαλακτοκομικών δεν είναι απαραίτητη για όλους. Πολλοί μπορούν να διατηρήσουν ορισμένα γαλακτοκομικά στη διατροφή τους χωρίς έντονα προβλήματα.

Συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Annals of Internal Medicine έδειξε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με δυσανεξία μπορούν να καταναλώνουν περίπου 12 έως 15 γραμμάρια λακτόζης ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 1 ποτήρι γάλα, χωρίς έντονα συμπτώματα.

Παρόμοια συμπεράσματα παρουσιάζουν και νεότερες ανασκοπήσεις στο Gut και στο PMC, όπου επισημαίνεται ότι αρκετοί ασθενείς ανέχονται καλύτερα τα γαλακτοκομικά όταν καταναλώνονται μαζί με φαγητό και όχι με άδειο στομάχι.

Προϊόντα και ανεκτικότητα

Οι ειδικοί εξηγούν ότι δεν περιέχουν όλα τα γαλακτοκομικά την ίδια ποσότητα λακτόζης. Το γιαούρτι έχει βακτήρια που βοηθούν εν μέρει στη διάσπαση της λακτόζης, ενώ τα παλαιωμένα σκληρά τυριά, όπως η παρμεζάνα ή το cheddar, έχουν πολύ χαμηλότερη περιεκτικότητα λόγω της ζύμωσης και της ωρίμανσης.

Αντίθετα, το παγωτό και το φρέσκο γάλα προκαλούν συχνότερα συμπτώματα επειδή περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες λακτόζης.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η πλήρης απομάκρυνση των γαλακτοκομικών χωρίς σωστή καθοδήγηση μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου, βιταμίνης D και πρωτεϊνών. Γι’ αυτό πλέον οι περισσότερες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν εξατομίκευση και όχι απόλυτη αποχή.

Κίνδυνοι και συστάσεις

Οι ειδικοί συστήνουν:

Φωτογραφία: istock