Μια άνευ προηγουμένου και εξαιρετικά επιθετική διπλωματική πρωτοβουλία φαίνεται να ξεδιπλώνει η Ουάσινγκτον, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επιχειρεί να αλλάξει ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Ο Αμερικανός πρόεδρος, αξιοποιώντας το τέλος της πολεμικής αντιπαράθεσης με το Ιράν, διαμορφώνει ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής, θέτοντας σαφείς και αυστηρούς όρους προς τον μουσουλμανικό κόσμο.
Σύμφωνα με τη νέα αμερικανική γραμμή, η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ και η ένταξη στις ιστορικές Συμφωνίες του Αβραάμ δεν παρουσιάζονται πλέον ως επιλογή, αλλά ως μια ουσιαστικά «υποχρεωτική» δέσμευση για την επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή.
Ο Τραμπ πραγματοποίησε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επαφές με κορυφαίους ηγέτες της περιοχής, ανάμεσά τους η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Πακιστάν, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και το Μπαχρέιν. Το μήνυμα της αμερικανικής πλευράς ήταν ξεκάθαρο: η τελική συμφωνία με την Τεχεράνη περνά αναγκαστικά μέσα από την επίσημη αναγνώριση του Ισραήλ από τα ισχυρότερα μουσουλμανικά κράτη.
Η πίεση προς την Τουρκία και ο ρόλος της Άγκυρας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Τουρκίας, η οποία θεωρείται ο πιο δύσκολος κρίκος αυτής της νέας διπλωματικής αλυσίδας. Παρότι δεν ανήκει στον αραβικό κόσμο, η Άγκυρα αποτελεί μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις της περιοχής, ενώ η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ της επιτρέπει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους τόσο με τη Δύση όσο και με την Ανατολή.
Οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολο σημείο μετά τον πόλεμο στη Γάζα και τη σκληρή στάση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέναντι στο Τελ Αβίβ. Ωστόσο, η απόφαση του Τραμπ να εντάξει και την Άγκυρα στο νέο αυτό μπλοκ αποδεικνύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα ενιαίο μουσουλμανικό μέτωπο απέναντι στην ιρανική επιρροή.
Όπως αποκαλύπτουν διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, ο Λευκός Οίκος συνέδεσε άμεσα τη βιωσιμότητα οποιασδήποτε συμφωνίας με το Ιράν με την παράλληλη ένταξη χωρών όπως το Κατάρ, το Πακιστάν και η Τουρκία στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η συμμετοχή τους θεωρείται το απόλυτο δείγμα «καλής θέλησης» στο νέο μοντέλο περιφερειακής ασφάλειας.
Το μεγάλο σχέδιο της Ουάσινγκτον
Ο βασικός στόχος του Ντόναλντ Τραμπ είναι να μετατρέψει τη στρατιωτική κρίση των τελευταίων μηνών σε μια μόνιμη διπλωματική επιτυχία. Η αμερικανική στρατηγική δεν περιορίζεται μόνο στον περιορισμό της επιρροής της Τεχεράνης, αλλά επιδιώκει την πλήρη ενσωμάτωση του Ισραήλ σε ένα ευρύ πλέγμα οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας στη Μέση Ανατολή.
Σε αυτό το σχέδιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλοδοξούν να έχουν τον ρόλο του απόλυτου εγγυητή ασφαλείας για ολόκληρη την περιοχή. Για τον λόγο αυτό, ο Τραμπ προγραμματίζει νέες επαφές και με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ώστε να υπάρξει πλήρης συντονισμός ανάμεσα στο Τελ Αβίβ και την αμερικανική στρατηγική εξομάλυνσης.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες ξεκίνησαν κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, περνούν πλέον σε μια σαφώς πιο φιλόδοξη αλλά και πιο επικίνδυνη φάση. Η νέα αυτή προσπάθεια εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον οργής στον μουσουλμανικό κόσμο λόγω των γεγονότων στη Γάζα, γεγονός που κάνει πολλές κυβερνήσεις ιδιαίτερα επιφυλακτικές.
Το μεγάλο στοίχημα με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν
Εάν ο Αμερικανός πρόεδρος καταφέρει να φέρει στο ίδιο τραπέζι το Ριάντ, την Άγκυρα, τη Ντόχα και το Ισλαμαμπάντ, τότε θα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές ανατροπές του αιώνα, με άμεσες συνέπειες στον χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το δίλημμα παραμένει τεράστιο. Ο Τούρκος πρόεδρος έχει επενδύσει πολιτικά στην υπεράσπιση της παλαιστινιακής υπόθεσης και στη σκληρή ρητορική απέναντι στο Ισραήλ. Μια πιθανή αλλαγή στάσης θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στο εσωτερικό του AKP αλλά και στους ισλαμιστικούς κύκλους της Τουρκίας.
Έτσι, η Άγκυρα δύσκολα θα κάνει πίσω χωρίς σημαντικά ανταλλάγματα που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στο εσωτερικό ως πολιτική νίκη. Την ίδια ώρα, το μεγαλύτερο διπλωματικό στοίχημα για την Ουάσινγκτον παραμένει η Σαουδική Αραβία.
Ο ρυθμιστής των εξελίξεων είναι το Ριάντ
Ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με έντονες πιέσεις από την αραβική κοινή γνώμη για τα όσα έχουν συμβεί στη Γάζα.
Το Ριάντ θεωρείται ο απόλυτος ρυθμιστής των εξελίξεων:
Αν η Σαουδική Αραβία προχωρήσει σε συμφωνία με το Ισραήλ, είναι πιθανό να συμπαρασύρει μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου. Αν, αντίθετα, το Ριάντ απορρίψει το αμερικανικό σχέδιο, τότε η πίεση του Τραμπ προς την Τουρκία και το Πακιστάν ενδέχεται να αποδειχθεί αναποτελεσματική.
Η πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί μια ξεκάθαρη προσπάθεια μετατροπής της πολεμικής κρίσης σε ισχυρό διπλωματικό κεφάλαιο. Ωστόσο, τα εμπόδια παραμένουν τεράστια. Η κρίση στη Γάζα εξακολουθεί να προκαλεί βαθιές αντιδράσεις, ενώ η απαίτηση για μια δίκαιη λύση στο Παλαιστινιακό εξακολουθεί να αποτελεί βασικό αίτημα στις μουσουλμανικές κοινωνίες.
Το εάν η Μέση Ανατολή θα εισέλθει σε μια νέα εποχή με αμερικανική σφραγίδα ή αν το φιλόδοξο σχέδιο της Ουάσινγκτον θα συγκρουστεί με τη σκληρή περιφερειακή πραγματικότητα, αναμένεται να φανεί το αμέσως επόμενο διάστημα.



