Ποιος πληρώνει την καρέκλα όταν πεθαίνουν παιδιά;

0
13

Του Άγη Βερούτη

Δύο δεκαεπτάχρονα κορίτσια χάθηκαν και το κράτος έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα: συγκλονίστηκε μετά.

Ήρθαν ψυχολόγοι, δηλώσεις, πένθος. Ήρθε η υπηρεσιακή συγκίνηση που διαρκεί όσο χρειάζεται για να περάσει η κάμερα. Μετά, ο καθένας επέστρεψε στο γραφείο του, στο πρωτόκολλό του, στη σφραγίδα του, στην καρέκλα του.

Ποιος έχει την ευθύνη;

Η ευθύνη έχει όνομα. Κάποιος διοικεί. Κάποιος κουκουλώνει. Κάποιος προστατεύει τη φήμη και τα έσοδα αντί για το παιδί. Κάποιος αφήνει έναν ανήλικο να διασχίσει σχολείο, υπουργείο και Δικαιοσύνη και να βγει από την άλλη πλευρά μόνος του.

Σε ποιους εμπιστευόμαστε ως κοινωνία τα παιδιά μας;

Οι λεπτομέρειες έχουν ειπωθεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: πώς δύο παιδιά περνάνε μέσα από οικογένεια, σχολείο, καθηγητές, συμμαθητές, υπηρεσίες, περιβάλλον και σιωπές και φτάνουν στο σημείο όπου όλοι ξαφνικά θυμούνται την ευαισθησία τους;

Η εφηβεία στην πίεση

Την εφηβεία τη θυμόμαστε εύκολη επειδή επιβιώσαμε. Οι σημερινοί δεκαεπτάχρονοι μεγάλωσαν σε μια χώρα που για δεκαεπτά χρόνια ζει στην πρέσα: κρίση, πανδημία, ακρίβεια, ενοίκια, εξάντληση γονιών. Τους αφαιρέσαμε παιδικότητα και μετά τους ζητήσαμε σχέδιο ζωής.

Τους φορτώσαμε εξετάσεις, κινητά ανοιχτά όλη νύχτα, συνεχή κοινωνική σύγκριση, πρότυπα παραβατικής «επιτυχίας» από την τραπ μέχρι τα social media, και μετά κάνουμε πως απορούμε όταν σπάνε από την πίεση. Το bullying σήμερα γίνεται με group chat, screenshot, κοινό, βιντεάκια με αίμα και εξευτελισμούς και επανάληψη. Η ταπείνωση ακολουθεί το παιδί παντού και φωλιάζει στην ψυχή του.

Το σχολείο ως καθρέφτης του κράτους

Στο πλαίσιο αυτό, το σχολείο δεν είναι πλέον απλώς χώρος ύλης. Είναι το μέρος όπου το κράτος βλέπει το παιδί κάθε μέρα, πριν από τον γιατρό, τον ψυχολόγο ή την κοινωνική υπηρεσία. Έχει ευθύνη ζωής.

Μετράει απουσίες, βαθμούς, καθυστερήσεις, ύλη, μόρια. Δεν μετράει την απόγνωση: το παιδί που αλλάζει απότομα, αποσύρεται, γίνεται αόρατο, λέει μισή κουβέντα και μετά σωπαίνει επειδή κατάλαβε ότι οι μεγάλοι θέλουν ησυχία.

Σιωπές και συνένοχοι

Εδώ αρχίζει η βρωμιά που όλοι γνωρίζουν και λίγοι αγγίζουν. Υπάρχουν σχολεία όπου το bullying αντιμετωπίζεται ως ενόχληση της διοίκησης. Το θύμα καλείται να «βάλει νερό στο κρασί του». Ο θύτης έχει γονείς με γνωριμίες, χρήμα ή θράσος και το σχολείο θυμάται ξαφνικά την «ισορροπία». Το παιδί που δέχεται επίθεση εισπράττει δεύτερη επίθεση από ενήλικες που υποτίθεται ότι έχουν λειτουργήμα να το προστατεύσουν, με υπηρεσιακό χαμόγελο, για να κρατηθεί το θέμα χαμηλά.

Αυτό είναι συνενοχή. Όπου αποδεικνύεται σκοπιμότητα, να μην κρύβεται πίσω από την αμέλεια.

Έλεγχος και συνέπειες στα σχολεία

Σε δημόσιο σχολείο, η πρώτη σοβαρή καταγγελία πρέπει να ανοίγει υπηρεσιακό φάκελο: διευθυντής, εκπαιδευτικοί, διεύθυνση εκπαίδευσης, πρωτόκολλο, παράλειψη, καθυστέρηση, απόπειρα κουκουλώματος.

Σε κερδοσκοπικό ιδιωτικό σχολείο, ο έλεγχος πρέπει να είναι ακόμη πιο αμείλικτος. Εκεί υπάρχει πελάτης, δίδακτρο, βιτρίνα, υπόσχεση ασφάλειας, εμπορευματοποίηση. Όταν εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα περιστατικά bullying, η Πολιτεία οφείλει να περνάει το σχολείο από έλεγχο που πονάει: άδεια λειτουργίας, διοίκηση, φάκελοι, χειρισμοί, καταγγελίες, ευθύνες, εκπαιδευτικές άδειες.

Να ξεκαθαρίζει ποιος προστάτευσε το παιδί και ποιος προστάτευσε τα δίδακτρα.

Υποκρισία και κρατική αμέλεια

Ένα ιδιωτικό σχολείο που πουλάει ασφάλεια, αριστεία και φροντίδα ενώ κουκουλώνει σχολική βία για να μη χαλάσει η εικόνα του, πουλάει συσκευασμένη υποκρισία. Ένα δημόσιο σχολείο που θάβει bullying για να γλιτώσει φασαρία ασκεί κρατική αμέλεια πάνω σε ανήλικο.

Οι αφίσες, οι ημερίδες και οι πλατφόρμες είναι η γνωστή κρατική τελετουργία για να μη χρεωθεί κανείς την αποτυχία. Το παιδί στον διάδρομο χρειάζεται ενήλικες με ευθύνη, αρμοδιότητα και συνέπειες.

Απομακρύνσεις ως μέτρο

Το υπουργείο οφείλει να διώχνει τους ανεπαρκείς και να αφαιρεί άδειες από σχολεία που προστατεύουν τη βιτρίνα αντί για το παιδί, είτε από ανικανότητα είτε από δόλο. Ιδίως όταν η δεύτερη κακοποίηση φτάνει μέχρι και τη μείωση της διαγωγής του θύματος.

Χρειάζεται και Δικαιοσύνη που καταλαβαίνει τι επείγει.

Η Δικαιοσύνη και οι προτεραιότητες

Εδώ μπαίνει το δεύτερο σκάνδαλο. Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης μπορεί, όταν η υπόθεση αφορά την πολιτική ζωή, να ανακαλύπτει ξαφνικά την ταχύτητα. Καταλαβαίνει τότε ότι η δημόσια ζωή χρειάζεται άμεση εκκαθάριση, προστασία υπόληψης, αποκατάσταση πολιτικού ονόματος.

Και μπράβο του.

Και όταν ένα παιδί τρώει ξύλο σε βιντεοσκόπηση και μετά διασύρεται; Όταν του κλέβουν πράγματα; Όταν το απειλούν; Όταν η σχολική βία περνάει από το «παιδιά είναι» στο ποινικό αδίκημα; Όταν η ανακρίτρια θέλει δύο και τρία χρόνια για να στείλει τους υπεύθυνους στο εδώλιο, ποιος αποφάσισε ότι το παιδί αυτό αντέχει την αναμονή;

Ποιος αποφασίζει ότι μια πολιτική υπόθεση συκοφαντίας καίει περισσότερο από την προστασία της ζωής ενός παιδιού;

Η τρίτη κακοποίηση: η καθυστέρηση

Η καθυστέρηση της Δικαιοσύνης σε υποθέσεις ανηλίκων είναι η τρίτη κακοποίηση. Το παιδί πρώτα παθαίνει. Μετά στοχοποιείται στο σχολείο που υποτίθεται ότι το προστατεύει. Μετά περιμένει. Μετά ξανακαταθέτει. Μετά βλέπει τον θύτη να κυκλοφορεί και να το απειλεί. Τελικά μαθαίνει το πραγματικό μάθημα του ελληνικού κράτους: κάνε υπομονή, η αξιοπρέπειά σου μπήκε στο πινάκιο.

Τι να την κάνει το παιδί τη Δικαιοσύνη μετά από τρία χρόνια; Να τη βάλει στο απολυτήριο;

Ποιος φταίει στο σύστημα;

Η μεγαλύτερη ευθύνη βρίσκεται στο Υπουργείο Παιδείας και στον υπηρεσιακό του μηχανισμό: διευθύνσεις, περιφερειακές δομές, σύμβουλοι, πειθαρχικά, ψευτοέλεγχοι και φάκελοι που περνούν από γραφείο σε γραφείο μέχρι να ξεθυμάνει η υπόθεση.

Δίπλα του στέκεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Όταν η πολιτική τάξη θέλει ταχύτητα, η Δικαιοσύνη βρίσκει διάδρομο. Όταν ένα παιδί θέλει προστασία, το κράτος του δίνει αναμονή. Στην Αττική, δύο μόνο εισαγγελικοί λειτουργοί ανηλίκων σηκώνουν το βάρος εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών. Στα χαρτιά λέγεται φόρτος εργασίας. Στη ζωή ενός παιδιού λέγεται εγκατάλειψη.

Κάποιοι μέσα στο σύστημα της Παιδείας αντιμετωπίζουν τα παιδιά ως διοικητική ύλη: να κοπεί το χαρτί, να μπει η υπογραφή, να φύγει η μέρα.

Μόνο που εδώ έχουμε παιδιά. Παιδιά. Όχι χαρτιά.

Ευθύνες και συνδικαλιστική ευαισθησία

Κάποιοι μέσα στη Δικαιοσύνη αντιμετωπίζουν τον χρόνο ως ουδέτερο. Τα τρία χρόνια γίνονται φόρτος εργασίας. Η αναμονή ενός παιδιού που έχει χτυπηθεί, απειληθεί ή ληστευτεί γίνεται διαδικαστική λεπτομέρεια.

Όποιος εργάζεται στην Παιδεία και τρέμει την αξιολόγηση, διάλεξε λάθος χώρο. Όποιος θεωρεί κάθε έλεγχο «επίθεση στον κλάδο», ας σταθεί μπροστά σε γονέα παιδιού που γύρισε χτυπημένο από το σχολείο και ας του εξηγήσει τη συνδικαλιστική του ευαισθησία.

Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο

Η απάντηση στην Ελλάδα είναι συνήθως κανείς. Όλοι λυπούνται, συγκλονίζονται, υπόσχονται καλύτερο συντονισμό και «ενίσχυση των δομών», αυτή τη βολική φράση που ακόμη ψάχνει τον πρώτο απολυμένο της. Από την εποχή του Γιακουμάκη μέχρι σήμερα, η χώρα έχει δει άφθονα δάκρυα και ελάχιστες καρέκλες να αδειάζουν.

Το «μετά» στην Ελλάδα έχει πάντα προσωπικό. Το «πριν» μένει άδειο.

Έχουμε ευθύνη και οι γονείς. Όταν ακούμε μισά, μικραίνουμε τον πόνο του παιδιού ή βαφτίζουμε «εφηβεία» κάθε σήμα κινδύνου. Ίσως πρέπει να ξαναπάμε εμείς σχολείο: να μάθουμε πώς ακούμε ένα παιδί πριν σωπάσει.

Απομακρύνσεις, όχι συλλυπητήρια

Η Πολιτεία δίνει άδειες, διορίζει, εποπτεύει, ελέγχει. Όταν τα παιδιά περνούν από μέσα της και σπάνε, δεν δικαιούται να παριστάνει τον θεατή. Ένα παιδί που φοβάται να πάει σχολείο, διασύρεται σε chat και ακούει «κι εσύ προκαλείς» από τον ενήλικο που όφειλε να το προστατεύσει, δεν χρειάζεται άλλη ευαισθητοποίηση. Έχει ήδη μάθει ότι η αξιοπρέπειά του έχει χαμηλή προτεραιότητα.

Χρειάζεται κάποιος να χάσει τη θέση του.

Για να το καταλάβουν οι υπόλοιποι.

Τα πρωτόκολλα, οι ημερίδες, τα συλλυπητήρια υπηρεσιακής χρήσης και οι δήθεν μεταρρυθμίσεις που τρέχουν για την πολιτική και σέρνονται για τα παιδιά έχουν ήδη πει όσα είχαν να πουν.

Όταν πεθαίνουν παιδιά, το σοβαρό κράτος αρχίζει από απομακρύνσεις. Παίρνει κεφάλια και άδειες.

Στην Ελλάδα αρχίζει από συλλυπητήρια.

Μέχρι να αλλάξει αυτό, τα συλλυπητήρια θα είναι απλώς ο τρόπος του κράτους να κρατάει τις καρέκλες του.

Ρωτώ λοιπόν: Ποιος χάνει τη δουλειά του όταν πεθαίνουν παιδιά;

agissilaos@gmail.com