Τα νομίσματα αποκαλύπτουν πώς η οικονομική ισχύς μετακινήθηκε από τη Μεσόγειο

0
7

Του Θεόδωρου Παναγιωτίδη*

Το Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστήμιο Μακεδονίας διοργάνωσε για τη 10η χρονιά το συνέδριο Applied Theory, Macro and Empirical Finance τον Απρίλιο στη Θεσσαλονίκη (https://amef.uom.gr/). Η διοργάνωση έχει δημιουργήσει μια σημαντική ακαδημαϊκή παράδοση στην πόλη και φέτος συγκέντρωσε πάνω από 150 παρουσιάσεις και σχεδόν 200 συμμετέχοντες από την Ευρώπη, καθώς και από πανεπιστήμια στη Νότιο Αφρική, τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Νέα μελέτη για αρχαία νομίσματα

Στο φετινό συνέδριο παρουσιάστηκε, μετά από πρόσκληση, μια σημαντική μελέτη που συνδέει οικονομικά και μεσογειακά ιστορικά ζητήματα. Η μελέτη των Johannes Boehm και Thomas Chaney, με τίτλο “Εμπόριο και το Τέλος της Αρχαιότητας” (διαθέσιμη εδώ: https://jmboehm.github.io/coins.pdf), αναλύει εκατοντάδες χιλιάδες αρχαία νομίσματα προκειμένου να ανασυνθέσει την οικονομική γεωγραφία της Ευρώπης και της Μεσογείου από τον 4ο–10ο αιώνα μ.Χ. Το παρόν κείμενο αποτελεί επισκόπηση της παρουσίασης ενός εκ των συγγραφέων στο συνέδριο· η βιβλιογραφία υπάρχει στο αρχικό άρθρο.

Η έρευνα δημιούργησε μια τεράστια ψηφιακή βάση δεδομένων νομισμάτων και ένα δυναμικό θεωρητικό οικονομικό υπόδειγμα. Οι ερευνητές προσφέρουν μια πρωτοποριακή ποσοτική ανάλυση για μια εποχή με σπάνια ιστορικά στοιχεία, φωτίζοντας τις αιτίες της μετατόπισης της οικονομικής ισχύος από τη Μεσόγειο προς τη βόρεια Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Ένα από τα διαγράμματα παρουσιάζει τη ροή των νομισμάτων πριν και μετά τις αραβικές κατακτήσεις.

Τα διαγράμματα και οι ροές

Στα διαγράμματα που συνοδεύουν τη μελέτη αποτυπώνονται οι ροές νομισμάτων και η ένταση του εμπορίου σε χρονικές περιόδους-κλειδιά. Αυτά τα οπτικά στοιχεία βοηθούν να κατανοήσουμε πώς άλλαξε ο προσανατολισμός των εμπορικών δικτύων μέσα στους αιώνες.

Για δεκαετίες η συζήτηση για το τέλος του αρχαίου κόσμου στηριζόταν σε δύο κυρίαρχες θεωρίες. Η παραδοσιακή εξήγηση απέδιδε την πτώση της Ρώμης σε μακρά εσωτερική παρακμή —πολιτική αστάθεια, εισβολές, φόροι και θεσμική διάλυση— ενώ ο ιστορικός Henri Pirenne υποστήριξε ότι η πραγματική ρήξη ήρθε με τις αραβικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα.

Η μακρά ιστορική διαμάχη

Αμφότερες οι προσεγγίσεις στηρίχθηκαν κυρίως σε ποιοτική ερμηνεία περιορισμένων γραπτών πηγών. Το ερώτημα τι προκάλεσε το τέλος της αρχαιότητας απασχολεί τους μελετητές από τον Montesquieu και τον Voltaire έως τον Gibbon.

Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι η κατάκτηση της Δύσης από γερμανικούς λαούς τον πέμπτο αιώνα δεν εξολόθρευσε αμέσως ρωμαϊκούς θεσμούς και εμπόριο· οι τοπικοί θεσμοί διατήρησαν μεγάλο μέρος της λειτουργίας τους. Αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ωστόσο μια μετατόπιση οικονομικής δραστηριότητας προς τα βορειοδυτικά της Ευρώπης μεταξύ του πέμπτου και του όγδοου αιώνα. Ο χρονισμός, η έκταση και τα αίτια παραμένουν υπό συζήτηση, αλλά ως την ενθρόνιση του Καρλομάγνου στα τέλη του όγδοου αιώνα η πολιτική και οικονομική δύναμη είχε μετακινηθεί προς τις φραγκικές περιοχές.

Ο Pirenne υποστήριζε ότι η επέκταση του αραβικού χαλιφάτου κατά μήκος των νότιων ακτών της Μεσογείου και στην Ιβηρική διατάραξε το εμπόριο και τους μεσογειακούς δεσμούς, κάνοντας την Καρολιδική δυναστεία κυρίως βορειοευρωπαϊκή. Στο λογικό του συμπέρασμα περιλαμβάνεται η διάσημη φράση: “χωρίς τον Μωάμεθ ο Καρλομάγνος θα ήταν αδιανόητος”. Τα στοιχεία που επικαλέστηκε περιλάμβαναν την εξαφάνιση πολυτελών ειδών βορειότερα της Μεσογείου —την απουσία αναφορών για μετάξι και μπαχαρικά σε κείμενα βόρεια της Μεσογείου, και τη σπανιότητα της χρήσης χρυσού σε νομίσματα και παπύρου για γραφή.

Πτώση και άνοδος εμπορίου

Η νέα ανάλυση δείχνει ότι η παρακμή του μεσογειακού εμπορίου είχε ήδη ξεκινήσει από τον 6ο αιώνα, αλλά η άνοδος του Ισλάμ και η δημιουργία νέου ορίου Χριστιανισμού–Ισλάμ τον 7ο αιώνα επέσπευσαν την κατάρρευση του εμπορίου βορρά–νότου στη Μεσόγειο. Παράλληλα, το εμπόριο ανάμεσα στις ισλαμικές περιοχές άνθησε (νότος–νότος).

Σε ένα διάγραμμα που συγκρίνει την πραγματική κατανάλωση στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στη Γαλλία–Γερμανία φαίνεται ότι η πτώση της βυζαντινής κατανάλωσης ξεκινά γύρω στο 620, και μεταξύ 720 και 740 η κατανάλωση στη Γαλλία και τη Γερμανία φτάνει τουλάχιστον το επίπεδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η βάση των στοιχείων

Η μελέτη στηρίζεται σε μια πρωτοφανή βάση δεδομένων με πληροφορίες από εκατοντάδες χιλιάδες νομίσματα που βρέθηκαν σε “θησαυρούς” σε όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Για κάθε νόμισμα οι ερευνητές κατέγραψαν την τοποθεσία και τη χρονολογία κοπής του καθώς και την τοποθεσία και τη χρονολογία της απόθεσής του.

Αυτά τα δεδομένα επιτρέπουν την παρακολούθηση της «διαδρομής» των νομισμάτων και άρα των εμπορικών δικτύων της εποχής. Το υπόδειγμα λαμβάνει υπόψη ότι τα νομίσματα κυκλοφορούσαν για πολλά χρόνια, μετακινούμενα κατά μήκος εμπορικών οδών πριν τελικά εναποτεθούν.

Κύρια συμπεράσματα

Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια νέα αφήγηση για την ύστερη αρχαιότητα και αμφισβητούν ορισμένες παραδοσιακές θεωρίες. Οι Boehm και Chaney δείχνουν ότι η οικονομική παρακμή της Μεσογείου ξεκίνησε περίπου έναν αιώνα προτού οι αραβικές κατακτήσεις αλλά ότι η εμφάνιση του Ισλάμ αναδιαμόρφωσε ριζικά το μεσογειακό εμπόριο: κατέρρευσε ο βορρά–νότου προσανατολισμός, ενώ ενισχύθηκε το εμπόριο εντός του ισλαμικού κόσμου.

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι ότι οι ατλαντικές ζώνες —από την Ιβηρική Χερσόνησο έως τη βορειοδυτική Ευρώπη— αναδεικνύονται ήδη από τον 9ο αιώνα ως οι πλουσιότερες περιοχές του δυτικού κόσμου, επτά αιώνες πριν την ευρωπαϊκή αποικιακή επέκταση.

Η ποσοτική αυτή προσέγγιση, βασισμένη σε απτά αρχαιολογικά δεδομένα, ανοίγει νέους δρόμους για την κατανόηση μιας από τις σημαντικότερες μεταμορφώσεις στην ανθρώπινη ιστορία.

*Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστήμιο Μακεδονίας