ΕΚΤ: Σημαντική μείωση των κόκκινων δανείων στις ελληνικές τράπεζες — παραμένουν όμως πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

0
17

Σημαντική πρόοδο κατέγραψαν οι ελληνικές τράπεζες στην προσπάθειά τους να μειώσουν τα «κόκκινα δάνεια» στο πρώτο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με την ΕΚΤ.

Ωστόσο, από τα στοιχεία που δημοσιοποίησε την Παρασκευή (21/11) προκύπτει ότι το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι υψηλότερο σε σχέση με τον μέσο όρο των τραπεζών υπό την εποπτεία της ΕΚΤ. Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή κεφαλαιακή βάση, αλλά υστερούν σημαντικά στον ρυθμό χορηγήσεων σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους.

Πτώση των NPL αλλά πάνω από τον μέσο όρο

Συγκεκριμένα, το ποσοστό των «κόκκινων δανείων» στο τέλος Ιουνίου (β΄ τρίμηνο του 2025) υποχώρησε στο 2,73% από 2,90% στο πρώτο τρίμηνο του έτους. Ο μέσος όρος των τραπεζών που εποπτεύονται από το SSM την ίδια περίοδο διαμορφώθηκε στο 1,90%.

Η βελτίωση καταδεικνύει πρόοδο στην απομόχλευση των ισολογισμών, αλλά τα επίπεδα παραμένουν πάνω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό δείκτη.

Καλύτερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων

Ως προς άλλους χρηματοοικονομικούς δείκτες, οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν υψηλότερη απόδοση επί των ιδίων κεφαλαίων (return on equity) σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο δείκτης των ελληνικών τραπεζών στο τέλος του β΄ τριμήνου του 2025 ήταν 13,2%, ενώ στο σύνολο των ευρωπαϊκών ιδρυμάτων ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε σε 10,11%.

Κεφαλαιακή επάρκεια των συστημικών

Οι εγχώριες συστημικές τράπεζες —Εθνική, Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank— που βρίσκονται στο ραντάρ του SSM εμφανίζονται μεταξύ των πλέον επαρκώς κεφαλαιοποιημένων στην Ευρωζώνη. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) αυξήθηκε σε 16,09% από 15,88% στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2025. Αντιστοίχως, ο δείκτης στον ευρωπαϊκό κλάδο κινήθηκε στο 16,12% από 16%.

Τέλος, αναφορικά με την αναλογία δανείων προς καταθέσεις, οι ελληνικές τράπεζες έχουν χορηγήσει αναλογικά πολύ λιγότερα δάνεια. Ο δείκτης δανείων/καταθέσεων για τις ελληνικές τράπεζες βρίσκεται στο 62,37%, έναντι 102,16% για το σύνολο της Ευρωζώνης.