Τράπεζες και ΕΤΕπ χτίζουν «RRF» για την άμυνα: νέο οικοσύστημα χρηματοδοτήσεων με 3 δισ.

0
12

Ένα νέο πρότυπο χρηματοδότησης, ανάλογο του RRF, μπορεί να δημιουργηθεί στην ελληνική αγορά γύρω από τον τομέα της Ασφάλειας και της Άμυνας, αρχικά μέσω του εξειδικευμένου προγράμματος της ΕΤΕπ «Pan-European Security and Defence Program» ύψους 3 δισ. ευρώ, που στοχεύει στην παροχή φθηνής ρευστότητας κυρίως προς μικρομεσαίες και μεσαίες επιχειρήσεις, και στη συνέχεια μέσω άλλων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών όπως το SAFE.

Οι ελληνικές τράπεζες επιδιώκουν να αυξήσουν τις χορηγήσεις τους στον συγκεκριμένο κλάδο και να διαμορφώσουν ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα χρηματοδότησης που θα μπορεί μελλοντικά να επεκταθεί και εκτός συνόρων μέσω συνεργασιών μεταξύ ελληνικών και ξένων εταιρειών.

Τα παραπάνω επισήμανε ο επικεφαλής της Τράπεζα Πειραιώς, Χρήστος Μεγάλου, υπογραμμίζοντας ότι καθώς το RRF λήγει τον Σεπτέμβριο του 2026, ο τομέας της άμυνας και της τεχνολογίας μπορεί να αναλάβει ρόλο-διαδοχής για τη συνολική στήριξη της οικονομίας.

Υπογραφή-ορόσημο

Τα σχόλια αυτά έγιναν κατά την τελετή υπογραφής της συμφωνίας χρηματοδότησης ύψους 100 εκατ. ευρώ ανάμεσα στην Τράπεζα Πειραιώς και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, στο πλαίσιο του «Pan-European Security and Defence Program».

«Πρόκειται για μια συναλλαγή ορόσημο, καθώς είναι η πρώτη της ΕΤΕπ στην Ελλάδα που είναι αποκλειστικά στοχευμένη στη στήριξη επιχειρήσεων του τομέα της ασφάλειας και της άμυνας», σημειώθηκε από τους εμπλεκόμενους φορείς.

Τα κεφάλαια από τη συμφωνία προορίζονται κυρίως για μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) και επιχειρήσεις μεσαίας κεφαλαιοποίησης (mid-caps) που δραστηριοποιούνται ή αναπτύσσουν επενδύσεις στον τομέα ασφάλειας και άμυνας, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλεξιμότητας της ΕΤΕπ.

Αναμενόμενη μόχλευση

Συμπεριλαμβανομένης της προβλεπόμενης μόχλευσης, η χρηματοδότηση από τη συμφωνία εκτιμάται ότι θα κινητοποιήσει κεφάλαια συνολικού ύψους έως €200 εκατ. προς όφελος των τελικών δικαιούχων του προγράμματος.

Η πρωτοβουλία στοχεύει στην άρση των δομικών φραγμών πρόσβασης στη χρηματοδότηση που αντιμετωπίζουν οι ΜμΕ και οι mid-caps στον κλάδο, προβλήματα που συνδέονται συχνά με τα ειδικά χαρακτηριστικά του τομέα, τη διττή χρήση (dual-use) ορισμένων δραστηριοτήτων και την έλλειψη εξειδικευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων.

Οι προκλήσεις είναι εντονότερες στην Ελλάδα, η οποία, στο σύνολό της, κατατάσσεται ως περιφέρεια Συνοχής της Ε.Ε., γεγονός που επηρεάζει τη διαθέσιμη χρηματοδότηση και τον τρόπο υποστήριξης των επιχειρήσεων.

Βελτίωση όρων και σήμα εμπιστοσύνης

Η συμμετοχή της ΕΤΕπ αναμένεται να βελτιώσει ουσιαστικά τους όρους για τους τελικούς δικαιούχους μέσω χαμηλότερου κόστους δανεισμού, μεγαλύτερων διαρκειών αποπληρωμής και της προσέλκυσης πρόσθετων ιδιωτικών κεφαλαίων.

Παράλληλα, η εμπλοκή της ΕΤΕπ αποσκοπεί στο να στείλει ισχυρό σήμα εμπιστοσύνης στην αγορά, μειώνοντας το αντιλαμβανόμενο ρίσκο και διευκολύνοντας την προσέλκυση περαιτέρω επενδύσεων στον κλάδο.

Επεκτάσεις και νέα συμφωνία

Από την πλευρά της, η ΕΤΕπ έχει ενημερώσει ότι βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με άλλες ελληνικές τράπεζες και ότι αναμένονται σύντομα νέες συμφωνίες.

Ο προϋπολογισμός του προγράμματος είχε αρχικά οριστεί στο 1 δισ. ευρώ, αλλά λόγω υψηλού ενδιαφέροντος αυξήθηκε στα 3 δισ. ευρώ.

Σε περίπτωση που επιτευχθούν αντίστοιχες συμφωνίες και με τις υπόλοιπες τρεις συστημικές τράπεζες, η διαθέσιμη άμεση ρευστότητα από τέτοιες γραμμές θα μπορούσε να φτάσει τα 400 εκατ. ευρώ, ποσό που με τη μόχλευση πιθανότατα θα διπλασιαστεί σε 800 εκατ. ευρώ.

Οι εκπρόσωποι της ΕΤΕπ επισήμαναν ακόμη ότι, αν οι ελληνικές τράπεζες εξαντλήσουν το αρχικό ποσό των 100 εκατ. ευρώ και παραμένουν έργα σε εκκρεμότητα, θα έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν επιπλέον χρηματοδότηση.

Όσον αφορά τα όρια ανά χρηματοδότηση, δεν προβλέπεται ελάχιστο ποσό, ενώ το μέγιστο ορίζεται στα 12 εκατ. ευρώ, ένα σημαντικό επίπεδο για μικρομεσαία επιχείρηση.

Σημειωτέον ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο τομέας ασφάλειας και άμυνας αναμένεται να προσελκύσει χρηματοδοτήσεις συνολικού ύψους περίπου 2 τρισ. σε βάθος δεκαετίας, στοιχείο που αναδεικνύει τις μεγάλες αναπτυξιακές δυνατότητές του τα επόμενα χρόνια.