Οι προορισμοί που φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο από τις κρατήσεις τελευταίας στιγμής είναι η Ελλάδα και η Ισπανία, σύμφωνα με τη μεγαλύτερη ταξιδιωτική εταιρεία παγκοσμίως, TUI. Φέτος πολλοί ταξιδιώτες προτιμούν να κλείνουν βραχυπρόθεσμα, μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης αβεβαιότητας.
«Τα αποτελέσματά μας, μαζί με τη συνολική αγορά, δείχνουν μια τάση προς όλο και περισσότερες βραχυπρόθεσμες κρατήσεις», αναφέρει η TUI στη σημερινή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του τριμήνου.
Μετατόπιση της ζήτησης
Η εταιρεία επισημαίνει ότι ο πόλεμος στο Ιράν εξακολουθεί να ενισχύει αυτή την τάση για κρατήσεις «της τελευταίας στιγμής». Από τους καταναλωτές που δηλώνουν ότι θα ταξιδέψουν το καλοκαίρι, σχεδόν οι μισοί δεν έχουν ακόμη πραγματοποιήσει κράτηση.
Η ζήτηση κινείται προς την Ισπανία, συμπεριλαμβανομένων των Βαλεαρίδων και των Κανάριοι Νήσοι, καθώς και προς την Ελλάδα, που αναμένονται να αποτελέσουν τους πιο δημοφιλείς προορισμούς της σεζόν, αναφέρει η εταιρεία.
Αύξηση τιμών για αντιστάθμιση κόστους
Η TUI προβλέπει αύξηση των μέσων τιμών για να αντισταθμιστεί εν μέρει το αυξανόμενο κόστος. Οι αυξήσεις γίνονται ήδη ορατές στα ξενοδοχεία και στα κρουαζιερόπλοια της εταιρείας.
Παρά τις αρνητικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, που η εταιρεία υπολογίζει σε 40 εκατομμύρια ευρώ, και τον τυφώνα «Μελίσσα» στην Τζαμάικα, που εκτιμάται σε 5 εκατομμύρια, τα οικονομικά μεγέθη εμφανίζουν αντοχή.
Συγκεκριμένα, από Ιανουάριο έως Μάρτιο τα έσοδα του ομίλου αυξήθηκαν κατά 1,7% σε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, φθάνοντας τα 3,74 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι λειτουργικές ζημίες ήταν 188 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή σχεδόν 9% χαμηλότερες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Αβέβαιη πρόβλεψη κερδών
Η TUI αποφεύγει από τον περασμένο μήνα να εκδώσει ετήσια πρόβλεψη εσόδων, επικαλούμενη το ασταθές επιχειρηματικό περιβάλλον. Ωστόσο, τα προσαρμοσμένα λειτουργικά κέρδη (ΕΒΙΤ), εξαιρουμένων έκτακτων στοιχείων, εκτιμάται ότι θα παραμείνουν μεταξύ 1,1 και 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Στην καλύτερη περίπτωση, δηλαδή στο άνω όριο της εκτίμησης, τα προσαρμοσμένα ΕΒΙΤ θα είναι αντίστοιχα με το περσινό αποτέλεσμα, που έκλεισε στα 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ.

