Του Κώστα Κατίκου
Νέες στρεβλώσεις που διατηρούν και σε ορισμένες περιπτώσεις εντείνουν αδικίες δεκαετιών αναδεικνύονται στο ασφαλιστικό σύστημα, επηρεάζοντας μεγάλες κατηγορίες ασφαλισμένων και συνταξιούχων.
Αντί να μειώνονται οι ανισότητες, στην πράξη διαπιστώνεται το αντίθετο, καθώς ορισμένες διατάξεις αποκτούν κυρίως εισπρακτικό χαρακτήρα χωρίς αντιστοιχία στην ανταποδοτικότητα των παροχών.
Καταγραφή των προβλημάτων
Το Capital.gr κατέγραψε και παρουσιάζει έξι σημαντικές στρεβλώσεις του ασφαλιστικού συστήματος, οι οποίες παραμένουν ανέγγιχτες παρά την ενημέρωση της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Οι αδικίες αυτές προέρχονται από τον νόμο Ν. 4387/2016 (νόμος Κατρούγκαλου) και, όπως επισημαίνεται, απαιτούν διόρθωση.
Οι έξι στρεβλώσεις
1. Ο μηχανισμός της ανταποδοτικής σύνταξης δεν επιβραβεύει όσους συνεχίζουν να καταβάλλουν εισφορές μετά τα 40 έτη ασφάλισης. Η ετήσια προσαύξηση στα ποσοστά αναπλήρωσης πέφτει απότομα: από 2,55% ανά έτος που ισχύει από τα 36 έως τα 40 έτη, στο μόλις 0,5% μετά την 40ετία. Στην πράξη οι πρόσθετες εισφορές μετά τα 40 έτη δίνουν πολύ μικρό όφελος στη σύνταξη. Για παράδειγμα, κάποιος που από τα 39 φτάνει στα 40 έτη κερδίζει 2,55% επιπλέον στο ποσοστό αναπλήρωσης, ενώ για να έχει την ίδια συνολική αύξηση μετά τα 40 θα πρέπει να παραμείνει ασφαλισμένος έως τα 45 έτη και να λάβει 0,5% ανά έτος για πέντε έτη (συνολικά 2,5%).
Συγκεκριμένα, η αναπλήρωση είναι 47,46% στα 39 έτη, 50,01% στα 40 έτη (+2,55%), 50,51% στα 41 έτη, 51,01% στα 42 έτη, 51,06% στα 43 έτη και 52,5% στα 45 έτη.
Προϋποθέσεις ηλικίας
2. Το όριο ηλικίας των 62 ετών αποτελεί προϋπόθεση για τη συνταξιοδότηση ακόμη και για όσους έχουν συμπληρώσει 45 έτη ασφάλισης. Στο ισχύον πλαίσιο, ασφαλισμένοι που ξεκίνησαν να εργάζονται από τα 18–20 έτη και έχουν πάνω από 40 έτη ασφάλισης αλλά όχι το 62ο έτος δεν μπορούν να λάβουν σύνταξη, ούτε καν μειωμένη. Το σύστημα, με άλλα λόγια, τους εγκλωβίζει μέχρι να συμπληρώσουν το όριο ηλικίας, ανεξαρτήτως του συνολικού χρόνου ασφάλισης (π.χ. 42, 44 ή 45 έτη).
Κρατήσεις και αναλογικότητα
3. Αδικίες εντοπίζονται και στη στεγανή εφαρμογή της εισφοράς αλληλεγγύης (ΕΑΣ). Η κράτηση της ΕΑΣ αυξάνει με το ύψος της σύνταξης, ενώ, κατά τον Συνήγορο του Πολίτη, θα έπρεπε να επιβάλλεται στη διαφορά μεταξύ των κλιμάκων και όχι επί ολόκληρου του ποσού. Η υφιστάμενη πρακτική οδηγεί σε υπέρμετρη επιβάρυνση συνταξιούχων που ασφαλίστηκαν πολλά χρόνια και λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις.
4. Στρέβλωση υπάρχει και στην εισφορά ασθένειας 6%, η οποία επιβάλλεται στην κύρια σύνταξη, στην επικουρική και — εάν ο συνταξιούχος συνεχίζει να εργάζεται — ξαναχρεώνεται μέσω των κρατήσεων για απασχόληση. Πριν τη συνταξιοδότηση οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν μία εισφορά ασθένειας για την κύρια ασφάλιση: 2,55% επί των μικτών αποδοχών εάν είναι μισθωτοί, ή ποσότητες 65,68 ευρώ και 78,81 ευρώ μηνιαίως για ανεξάρτητους επαγγελματίες. Ωστόσο, όταν γίνουν συνταξιούχοι καλούνται να πληρώσουν διπλή ή και τριπλή εισφορά ασθένειας (εάν εξακολουθούν να εργάζονται).
Μικρή ανταποδοτικότητα εισφορών
5. Οι εισφορές που καταβάλλουν οι συνταξιούχοι που συνεχίζουν να απασχολούνται αποδίδουν πολύ λίγα στη σύνταξη: για κάθε έτος ασφάλισης ορίζεται προσαύξηση μόλις 0,77% του μισθού ως επιπλέον ποσό στη σύνταξη. Για παράδειγμα, με μισθό 1.500 ευρώ και δύο έτη απασχόλησης, ο εργαζόμενος συνταξιούχος θα λάβει περίπου 23 ευρώ προσαύξηση στη σύνταξη.
6. Οι κρατήσεις σε υψηλόμισθους ασφαλισμένους είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με το τελικό ύψος σύνταξης. Για τους μισθωτούς οι ασφαλιστικές κρατήσεις επιβάλλονται σε μηνιαίες αποδοχές έως 7.761 ευρώ, ενώ η σύνταξη που αντιστοιχεί για 40 έτη ασφάλισης σε αυτές τις αποδοχές φτάνει μόλις το 55%.
Το όφελος μετά τα 40 έτη
Το μπόνους ασφάλισης μετά τα 40 έτη είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μικρότερο ακόμα και από τα επιπλέον ποσοστά που δίνονται για λιγότερα έτη. Συγκεκριμένα, από τα 30 στα 31 έτη το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται κατά 1,81% (από 26,54% σε 28,35%), από τα 32 στα 33 έτη αυξάνει κατά 1,98% (από 30,33% σε 32,31%), ενώ από τα 33 έως τα 36 έτη η αύξηση είναι 2,5% ετησίως και στα 36 έτη φτάνει στο 39,81%. Από τα 36 έως τα 40 έτη τα ποσοστά αυξάνονται κατά 2,55% ετησίως με αποτέλεσμα στα 40 έτη να φτάνουν στο 50,01%.
Στα ποσά σύνταξης οι διαφορές γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς. Ασφαλισμένος με 38 έτη και συντάξιμο μισθό 2.950 ευρώ θα λάβει σύνταξη 1.772 ευρώ μικτά, ενώ με 40 έτη το ποσό ανεβαίνει στα 1.922 ευρώ — δηλαδή μόλις 150 ευρώ παραπάνω για δύο επιπλέον έτη ασφάλισης.
Αντίστοιχα, ασφαλισμένος με 45 έτη και συντάξιμο μισθό 2.950 ευρώ θα λάβει σύνταξη 1.995 ευρώ μικτά, δηλαδή μόλις 73 ευρώ υψηλότερη σε σχέση με τη σύνταξη για 40 έτη.
Το συμπέρασμα από τα παραπάνω παραδείγματα είναι ότι, στην παρούσα μορφή του συστήματος, δεν συμφέρει τους ασφαλισμένους να καταβάλλουν πρόσθετες εισφορές μετά τα 40 έτη, καθώς το αντίστοιχο όφελος στη σύνταξη είναι περιορισμένο.

