23.4 C
Athens
Τετάρτη, 22 Μαΐου, 2024

Διαφημιστείτε εδώ

Scope Ratings: Νέα αναβάθμιση. Oι τρεις λόγοι που έδωσε επενδυτική βαθμίδα. Οι κινδύνου που βλέπει για την οικονομία

Νέα δεδομένα διαμορφώνονται για την Ελληνική οικονομία, καθώς ο Γερμανικός Οίκος Scope Ratings, της έδωσε την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα.

Ο Γερμανικός Οίκος σε μια εξαιρετικά κρίσιμη για τη χώρα συγκυρία αναβάθμισε το ελληνικό αξιόχρεο σε ΒΒΒ-, ενώ άλλαξε το outlook σε σταθερό από θετικό.

Αναλυτές τονίζουν ότι η αναβάθμιση από τον Γερμανικό Οίκο, είναι προάγγελος των θετικών εξελίξεων που θα ακολουθήσουν για την Ελλάδα μέσα στο φθινόπωρο

Scope Ratings: Στην επενδυτική βαθμίδα η ελληνική οικονομία - Αναβάθμιση σε ΒΒΒ-, σταθερό το outlook

πινΤρεις είναι οι λόγοι με βάση την έκθεση του Γερμανικού Οίκου Scope, που δόθηκε στην Ελλάδα η επενδυτική βαθμίδα:

1. Διατήρηση της ευρωπαϊκής θεσμικής υποστήριξης για την Ελλάδα, αντανακλώντας τις αλλαγές μετά την κρίση του Covid-19 για τη στήριξη των ευάλωτων κρατών-μελών της Ευρωζώνης μέσω παρεμβάσεων νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτό αποτυπώνεται, από το 2020, σε καινοτομίες στα προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ και χαλάρωση των απαιτήσεων για τις εξασφαλίσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων. Τα μέτρα της ΕΚΤ, σε συνδυασμό με την έγκριση του σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους 30,5 δισ. ευρώ (13,7% του μέσου ΑΕΠ 2021-2026) για την Ελλάδα, μαζί με τη δυνατότητα περαιτέρω μακροπρόθεσμης αντιμετώπισης του χρέους από τους Ευρωπαίους εταίρους, υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους και δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο ώστε να αυξήσει η ελληνική κυβέρνηση τις δημόσιες επενδύσεις.

2. Σταθερή πτωτική τροχιά για το δημόσιο χρέος, εν μέσω υψηλού πληθωρισμού, ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, χαμηλών επιτοκίων στα ομόλογα και επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων. Το ελληνικό χρέος αναμένεται να υποχωρήσει, ως λόγος του ΑΕΠ, στο 160,7% έως το 2023, μια πτώση 46 ποσοστιαίων μονάδων από το υψηλό του 2020, και στο 141,6% έως το 2028. Αυτό το βασικό σενάριο προϋποθέτει ανάπτυξη 2,4% για το 2023, 1,6% το 2024 και 1,3% κατά την περίοδο 2025-2028 (δεν προβλέπεται ύφεση). Επιπλέον, το σενάριο προϋποθέτει διατήρηση πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος από το 2023-2028 –με τα ονομαστικά δημοσιονομικά ελλείμματα να παραμένουν κάτω από τα όρια του 3% του ΑΕΠ μεταξύ του 2022 και του 2028. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το χρέος προς το ΑΕΠ επιστρέφει στα χαμηλότερα επίπεδά του από το 2012.

3. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που περιόρισαν σημαντικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) και ενίσχυσαν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος παράλληλα με τις πολιτικές που συνδέονται με τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίες κινητοποιούν τις επενδύσεις ενισχύοντας την ανάκαμψη. Το πρόγραμμα “Ηρακλής” διευκόλυνε τη μείωση NPLs ύψους 55 δισ. ευρώ. Αυτό το καθεστώς οδήγησε σε σημαντική μείωση των NPLs στο 8,2% των συνολικών δανείων σε ενοποιημένη βάση έως τον Μάρτιο του 2023, από 49,2% στα επίπεδα Ιουνίου 2017 (και 40% στο τέλος του 2019). Και οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες πέτυχαν τους στόχους μονοψήφιου δείκτη NPLs μέχρι το τέλος του 2022.

Παρά τη μείωση των NPLs, το τραπεζικό σύστημα παραμένει επιβαρυμένο από τον υψηλότερο δείκτη NPLs στη ζώνη του ευρώ. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια επιβαρύνουν την κερδοφορία των τραπεζών και τις ικανότητες να συνυπογράφουν επενδύσεις και να υποστηρίζουν την ανάκαμψη. Αν και οι τράπεζες έχουν λάβει μέτρα ενίσχυσης κεφαλαίων, οι δείκτες CET1 σε όλο το σύστημα ανήλθαν στο 14,5% το 1ο τρίμηνο του 2023, χαμηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα του 16,4% (4ο τρίμηνο 2019).

Παράλληλα με τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, το Εθνικό Σχέδιο “Ελλάδα 2.0” επιδιώκει την κινητοποίηση επιπλέον 26 δισ. ευρώ σε επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα φέρνοντας μεταρρυθμίσεις σε: i)  πράσινη μετάβαση ii) ψηφιακή μετάβαση iii) απασχόληση, δεξιότητες και κοινωνική συνοχή και iv) ιδιωτικές επενδύσεις και οικονομικό μετασχηματισμό.

 

Η σημασία του προγράμματος Ελλάδα 2.0

Οι αρχές αναμένουν ότι το πρόγραμμα “Ελλάδα 2.0” θα αυξήσει την παραγωγή κατά 4,3% έως το 2026, ενώ, σε συνδυασμό με τις προγραμματισμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 6,9% έως το 2026. Αυτό υποβοηθείται από τις ισχυρές επιδόσεις της Ελλάδας στην απορρόφηση κονδυλίων από την ΕΕ, αφού η χώρα κατέλαβε τη δεύτερη θέση μεταξύ των “27” της Ευρώπης κατά τη φάση του προϋπολογισμού 2014-2020. Η Κομισιόν εκτιμά ότι ο αντίκτυπος του Ταμείου Ανάκαμψης για την ελληνική ανάπτυξη (χωρίς τον αντίκτυπο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην ανάπτυξη) θα μπορούσε, βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, να αυξήσει τη βασική ετήσια ανάπτυξη 0,3-0,5 π.μ. κατά την περίοδο 2021-2026.

Κίνδυνοι – Η εξήγηση για το σταθερό outlook

Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας παραμένουν υπό αμφισβήτηση: Πρώτον, το υψηλό δημόσιο χρέος, το οποίο αντιπροσωπεύει μια μακροπρόθεσμη ευπάθεια σε επανεκτιμήσεις του κρατικού κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Και προσθέτει:

Το πεδίο εφαρμογής θα θεωρούσε περαιτέρω ουσιαστικές μειώσεις του λόγου του χρέους –σύμφωνα με τις βασικές προσδοκίες– ως κρίσιμες για τη μελλοντική πορεία αξιολόγησης της Ελλάδας. Επιπλέον, η σταδιακή αποδυνάμωση της ισχυρής διάρθρωσης του χρέους, με υψηλότερο κόστος αναχρηματοδότησης, παράλληλα με τη σταδιακή μετάβαση από τη δημόσια στην ιδιωτική ιδιοκτησία του χρέους, και τη συντομότερη μέση διάρκεια του νέου χρέους, αντικατοπτρίζει μια πρόκληση.

Δεύτερον, υπάρχουν κίνδυνοι πολιτικής καθώς η Ελλάδα μεταβαίνει από την εξάρτηση από την υπό όρους πίστωση του επίσημου τομέα προς τη χρηματοδότηση με βάση την αγορά λιγότερο υπό όρους. Τρίτον, οι αδυναμίες του τραπεζικού τομέα παραμένουν. Τέλος, οι διαρθρωτικές οικονομικές αδυναμίες όπως το μέτριο μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό, η υψηλή ανεργία, ο αδύναμος εξωτερικός τομέας και οι μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές προκλήσεις αποτελούν περιορισμούς.

Το σταθερό Outlook αντιπροσωπεύει τη γνώμη της Scope ότι οι κίνδυνοι για τις αξιολογήσεις των κρατών εξισορροπούνται τους επόμενους 12-18 μήνες.

Πιστωτικές αδυναμίες

Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει πολύ αυξημένο – το δεύτερο υψηλότερο του μετά μόνο από αυτό της Ιαπωνίας (Α/Αρνητικό). Αν και το προφίλ χρέους της Ελλάδας παραμένει συγκριτικά ισχυρό, το υψηλό απόθεμα χρέους ωστόσο εκθέτει την Ελλάδα σε επανεκτιμήσεις του κινδύνου που σχετίζεται με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του, ειδικά σε κάθε σενάριο αδυναμίας της ΕΚΤ να υποστηρίξει αποτελεσματικά τις περιφερειακές αγορές χρέους. Αυτή η ευπάθεια παρατηρήθηκε σε κάποιο βαθμό το 2022 –με το άνοιγμα του spread σε σχέση με τη Γερμανία στα υψηλά των 296 μονάδων βάσης (πριν μειωθεί σημαντικά σε 123 μονάδες βάσης τώρα)– που αντιπροσωπεύει έναν βασικό περιορισμό αξιολόγησης. Επιπλέον, εν μέσω υψηλότερου κόστους αναχρηματοδότησης, οι καθαρές πληρωμές τόκων φαίνεται να αυξάνονται στο (παρ’ όλα αυτά μέτριο) 6,6% των εσόδων της γενικής κυβέρνησης έως το 2028, από 4,9% στα χαμηλά του 2022. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση του χρέους της Ελλάδας σε σχέση με τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης είναι χαμηλότερη από αυτή της Ιταλίας και της Πορτογαλίας.

Στην έκθεση της Scope γίνεται επίσης αναφορά στην αλλαγή πολιτικής από τα προηγούμενα χρόνια. Γίνεται μνεία στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και επισημαίνεται ότι έχει δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος 9 δισ. δολαρίων για εφάπαξ επιδόματα συνταξιούχους, αυξήσεις μισθών στο δημόσιο και αύξηση του αφορολογήτου κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί. Σημειώνει ότι η κατάργηση του φόρου αλληλεγγύης την εποχής της οικονομικής κρίσης και η δέσμευση για κατάργηση του ειδικού φόρου στους τόκους στα ελληνικά ομόλογα είναι περαιτέρω παραδείγματα ανατροπών της πολιτικής της κρίσης. “Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η πιθανότητα πρόσθετης μετατόπισης στη χάραξη πολιτικής υπό μειωμένη πολυμερή εποπτεία και λιγότερο υπό όρους ιδιωτικής χρηματοδότησης αποτελεί ανησυχία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε περίπτωση που υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές – αλλάζοντας ουσιαστικότερα την αρχιτεκτονική της πολιτικής και επηρεάζοντας δυνητικά την ενδεχόμενη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση” αναφέρει η έκθεση.

Επιπλέον, παρά τις μειώσεις των NPEs, το τραπεζικό σύστημα παραμένει επιβαρυμένο από τον υψηλότερο δείκτη NPEs στη ζώνη του ευρώ. Αυτά επιβαρύνουν την κερδοφορία των τραπεζών και τις ικανότητες τους να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις και να υποστηρίξουν την ανάκαμψη.

Το υψηλό μερίδιο των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια, η αυξημένη κατοχή εγχώριων κρατικών ομολόγων, οι μετοχές που κατέχει το κράτος στο τραπεζικό σύστημα (αν και η κυβέρνηση σχεδιάζει περαιτέρω αποεπένδυση) και οι κρατικές εγγυήσεις στο πλαίσιο του προγράμματος Ηρακλής συνεπάγονται ισχυρότερο δεσμό κρατικών τραπεζών και αυξανόμενο κίνδυνο για τα δημόσια οικονομικά σε σενάρια πίεσης του τραπεζικού συστήματος.

Ο μέτριος μακροπρόθεσμος δυνητικός πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας, περίπου 1%, παραμένει περιορισμένος από τη συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας κατά 0,5% ετησίως την περίοδο 2023-28. Οι περιβαλλοντικές προκλήσεις θα μπορούσαν επιπλέον να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη εάν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το κλίμα επηρεάσουν τους κρίσιμους τομείς του τουρισμού και της γεωργίας της Ελλάδας.

Επιπλέον, οι περιορισμοί στην διαφοροποίηση σε επίπεδο οικονομίας, οι ακαμψίες στην αγορά εργασίας, το χαμηλό μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ (το χαμηλότερο της ΕΕ), η ακόμα υψηλή τελική κατανάλωση σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα και τα αυξημένα χρέη του ιδιωτικού τομέα αποτελούν προκλήσεις. Ομοίως, η ανεργία παραμένει συγκριτικά αυξημένη στο 11,1% τον Ιούνιο, αν και τα επίπεδα έχουν υποχωρήσει από τις κορυφές του Ιουνίου 2020.

Η φορολογική συμμόρφωση και οι αυξημένες δαπάνες για συντάξεις και μισθούς του δημόσιου τομέα (πάνω από τους μέσους όρους της ζώνης του ευρώ) αποτελούν περαιτέρω περιορισμούς στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, αν και έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την ενίσχυση της είσπραξης φόρων.

Επίσης, οι αξιολογήσεις της Ελλάδας περιορίζονται από έναν συγκριτικά αδύναμο εξωτερικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των διαρθρωτικών ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία διαμορφώθηκαν στο 7,9% του ΑΕΠ το έτος έως τον Μάιο του 2023, κάτω από το 9,7% του 2022 αλλά σημαντικά υψηλότερα από το 1,5% του 2019.

Το “καλό” και το “κακό” σενάριο

Οι μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις/Προοπτικές θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν εάν, μεμονωμένα ή συλλογικά: i) η ονομαστική ανάπτυξη και η δημοσιονομική εξυγίανση διατηρήσουν μια ισχυρή και διαρκή πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους μεσοπρόθεσμα. ii) οι κίνδυνοι του τραπεζικού τομέα μειώνονται περαιτέρω, μέσω ισχυρότερης κεφαλαιοποίησης, περαιτέρω μειώσεων των μη εξυπηρετούμενων δανείων ή/και περιορισμένων δεσμών κρατικών τραπεζών. και/ή iii) οι διαρθρωτικές οικονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες περιορίζονται, αυξάνοντας το μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό και ενισχύοντας τη μακροοικονομική βιωσιμότητα.

Αντίθετα, οι αξιολογήσεις/Προοπτικές θα μπορούσαν να υποβαθμιστούν εάν, μεμονωμένα ή συλλογικά: i) η στήριξη του Ευρωσυστήματος για το ελληνικό χρέος περιοριζόταν σημαντικά, προκαλώντας αποκρυστάλλωση πιο σοβαρών σεναρίων αγοράς. ii) οι δημοσιονομικές πολιτικές παραμένουν χαλαρές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή επέρχεται πιο σοβαρή οικονομική ύφεση, εμποδίζοντας ή αντιστρέφοντας μια τρέχουσα τροχιά μειώσεων του λόγου δημόσιου χρέους· iii) οι κίνδυνοι του τραπεζικού τομέα εντείνονται εκ νέου, αυξάνοντας τον κίνδυνο κρυστάλλωσης των ενδεχόμενων υποχρεώσεων που επηρεάζουν τον ισολογισμό του δημοσίου. και/ή iv) η βιωσιμότητα της μακροοικονομικής ανάπτυξης εξασθενεί ή/και αυξάνονται οι μακροοικονομικές ανισορροπίες και οι ανισορροπίες του εξωτερικού τομέα.

Σημειώνεται ότι η Scope δεν συγκαταλέγεται ακόμη στους οίκους αξιολόγησης που αναγνωρίζονται από την ΕΚΤ, αλλά ήδη έχει ξεκινήσει διαδικασίες με την υποβολή σχετικής αίτησης. Πληροφορίες θέλουν τη δραστηριότητα του οίκου, να βρίσκεται υπό αξιολόγηση και είναι πολύ πιθανό να “αναβαθμιστεί” στους 4 οίκους αξιολόγησης (Moody’s, S&P, Fitch, DBRS) οι οποίοι αναγνωρίζονται και από την ΕΚΤ, μέσα στον Σεπτέμβριο.

Aποτελεί πάντως τον πρώτο αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης που δίνει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα μετά από πάνω από 10 χρόνια, ενώ στις 31/7 αναβάθμισε τη χώρα μας στην επενδυτική βαθμίδα ο μη αναγνωρισμένος ιαπωνικός οίκος R&I.

Οι αξιολογήσεις του Σεπτέμβρη 

Τον Σεπτέμβριο, είναι προγραμματισμένες δύο αξιολογήσεις. Η πρώτη στις 7 Σεπτεμβρίου από την DBRS και η δεύτερη από τη Moody’s στις 24 του μήνα. Ο οίκος DBRS έχει κατατάξει την Ελλάδα στη βαθμίδα BB (High) ένα σκαλοπάτι κάτω από την επενδυτική, αλλά με αξιολόγηση “σταθερή”, από τον περασμένο Μάρτιο. Μένει συνεπώς να φανεί αν η εκλογή μιας σταθερής Κυβέρνησης και κάποια βήματα που έχει κάνει, θα πείσουν τον οίκο να αναβαθμίσει το αξιόχρεο της Ελλάδας.

Από την άλλη, ο οίκος Moody’s -ο οποίος υποβάθμισε τελευταίος την Ελλάδα κάτω από την επενδυτική βαθμίδα το 2010 μετά την είσοδο της χώρας στα μνημόνια, μάλλον θα είναι και ο τελευταίος που θα δώσει ξανά την επενδυτική βαθμίδα. Έχει κατατάξει την Ελλάδα στη βαθμίδα Ba3, τρεις θέσεις κάτω από την επενδυτική. Η “απόδοση” της επενδυτικής βαθμίδας για το ελληνικό δημόσιο απαιτεί τριπλή αναβάθμιση, κάτι που δείχνει δύσκολο. Μπορεί, όμως, να έχουμε κάποια θετική έκπληξη για τις τράπεζες.

Διαφημιστείτε εδώ
Latest news
BUSINESS
LIFE STYLE