Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν ένα πολιτικό τοπίο σε στασιμότητα. Η κυβέρνηση χάνει μέρος της δυναμικής της, η αντιπολίτευση δεν καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά και η κοινωνία δείχνει όλο και πιο εγκλωβισμένη ανάμεσα στην κόπωση και στην έλλειψη πειστικής εναλλακτικής. Αυτό το παράδοξο περιβάλλον τελικά ευνοεί τον incumbet —όχι επειδή υπάρχει ενθουσιασμός, αλλά γιατί πολλοί πολίτες δεν πείθονται ότι υπάρχει καλύτερη διαχείριση σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας και γεωπολιτικών αναταράξεων.
Η εικόνα της εξουσίας
Η κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές προβάδισμα στις μετρήσεις, ωστόσο δεν θυμίζει την πολιτική κυριαρχία της πρώτης τετραετίας. Η ακρίβεια πιέζει ασφυκτικά τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα, η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε κοινωνικό πρόβλημα και κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες —από τις μεταφορές μέχρι τη δημόσια υγεία— δεν καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας.
Παρά τα προβλήματα, δεν είναι δίκαιο να απαξιώσουμε πλήρως την κυβερνητική επίδοση. Η χώρα εμφανίζει ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με μεγάλο μέρος της Ευρωζώνης, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, μείωσε την ανεργία σε επίπεδα ρεκόρ και βελτίωσε την εικόνα της στο εξωτερικό.
Ανάπτυξη χωρίς άμεσα οφέλη
Το κρίσιμο πρόβλημα όμως είναι ότι οι ψηφοφόροι δεν αποφασίζουν με κριτήριο τις συστάσεις των οίκων ή τα χειροκροτήματα στα διεθνή forums· ψηφίζουν με βάση το κόστος ζωής, το διαθέσιμο εισόδημα και την αίσθηση προσωπικής προοπτικής. Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει μια ιδιότυπη αντίφαση: οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, αλλά πολλοί πολίτες νιώθουν ότι η καθημερινότητα βελτιώνεται πολύ πιο αργά απ’ ό,τι δείχνουν οι αριθμοί.
Όταν μεγαλώνει αυτή η απόσταση μεταξύ στατιστικής ανάπτυξης και κοινωνικής εμπειρίας, η πολιτική φθορά μεγεθύνεται.
Η αδυναμία της αντιπολίτευσης
Η αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει ως τώρα να παρουσιάσει πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να προβληθεί ως σοβαρή και θεσμική δύναμη, υιοθετώντας πιο ήπιους τόνους και εικόνα πολιτικής κανονικότητας. Η στρατηγική ωστόσο μοιάζει περισσότερο αμυντική παρά ηγεμονική και, σε ορισμένα θέματα, κινείται με λαϊκιστικές προσεγγίσεις που προκαλούν σύγχυση στον κεντρώο χώρο.
Το κόμμα φαίνεται να επιδιώκει άνοδο χωρίς να έχει καθαρά καθορίσει ποιο κοινωνικό και πολιτικό ακροατήριο θέλει να εκπροσωπήσει. Στην πολιτική, η προσπάθεια να μιλήσεις ταυτόχρονα σε όλους συχνά οδηγεί στο να μην συγκινείς κανέναν.
Εσωτερικές εντάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ
Η κατάσταση στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η εποχή μετά την αποχώρηση του Τσίπρα έφερε στο φως εσωτερικά προβλήματα που κρυβόντουσαν πίσω από την προσωπική του πολιτική κυριαρχία. Το κόμμα δείχνει εγκλωβισμένο ανάμεσα σε διαφορετικές ιδεολογικές κατευθύνσεις, προσωπικές στρατηγικές και μόνιμη εσωτερική ένταση, δίνοντας την εικόνα ενός σχηματισμού σε διαρκή ανασύσταση.
Μετά τη δύσκολη εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, η κοινωνία δύσκολα εμπιστεύεται δυνάμεις που φαίνονται να αναζητούν ακόμη τον εαυτό τους.
Διάχυση της δυσαρέσκειας
Μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας διοχετεύεται προς μικρότερους ή εκκολαπτόμενους σχηματισμούς, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει αναδειχθεί ένας νέος πόλος με πραγματική δυναμική εξουσίας. Αυτός ο κατακερματισμός δυσκολεύει τη δημιουργία σταθερής εναλλακτικής πρότασης απέναντι στην κυβέρνηση.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της συγκυρίας είναι η πολιτική κόπωση της κοινωνίας. Η οργή της περιόδου των μνημονίων έχει ωριμάσει σε συλλογική επιφυλακτικότητα· δεν αντικαταστάθηκε από αισιοδοξία, αλλά από αναμονή. Οι πολίτες αναγνωρίζουν ότι η χώρα δεν βρίσκεται πλέον στο χείλος της κατάρρευσης, και ταυτοχρόνως νιώθουν πως απέχει από μια ισχυρή και ασφαλή κανονικότητα.
Η πρόκληση εμπιστοσύνης
Η βαθύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο οικονομική· είναι θέμα εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς, την ικανότητα του κράτους να λειτουργήσει και προς την ίδια την προοπτική της χώρας. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι εμφανίζονται δυσαρεστημένοι αλλά απρόθυμοι να ρισκάρουν μεγάλες πολιτικές ανατροπές δείχνει την ψυχολογία αυτής της περιόδου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση διατηρεί το πλεονέκτημα της σχετικής σταθερότητας. Όχι επειδή δεν έχει φθορά, αλλά γιατί εξακολουθεί να θεωρείται η λιγότερο επισφαλής επιλογή από ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας. Όμως αυτό το πλεονέκτημα δεν είναι ανεξάντλητο: η πολιτική ιστορία δείχνει πως όταν οι πολίτες νιώσουν ότι η καθημερινότητά τους δεν βελτιώνεται ουσιαστικά, η φθορά μπορεί να επιταχυνθεί πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι δείχνουν οι τρέχουσες μετρήσεις.
Το μεγάλο στοίχημα
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα είναι σήμερα καλύτερα απ’ ό,τι πριν από επτά χρόνια —προφανώς είναι— αλλά αν μπορεί να μεταβεί από τη φάση της επιβίωσης και της σχετικής σταθεροποίησης στη φάση ουσιαστικής σύγκλισης με τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες. Αυτή είναι μια δυσκολότερη πολιτική, οικονομική και θεσμική αποστολή απ’ ό,τι συνήθως παρουσιάζεται στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και στις κομματικές ανακοινώσεις.
Στο τέλος, οι κοινωνίες κρίνουν τις κυβερνήσεις όχι μόνο από το αν απέφυγαν την καταστροφή, αλλά από το αν δημιούργησαν πραγματική προοπτική. Εκεί θα κριθούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση τα επόμενα χρόνια.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

