Η μείωση παραγωγής γάλακτος απειλεί την ανάπτυξη της φέτας, προϊόν που σήμερα προσεγγίζει αξία 1 δισ. ευρώ και στηρίζει σχεδόν 55.000 οικογένειες κτηνοτρόφων στην περιφέρεια.
Παρά την αύξηση της παραγωγής φέτας τα τελευταία χρόνια σε σχεδόν 140.000 τόνους και τις εξαγωγές που ξεπερνούν τους 105.000 τόνους, η διαθέσιμη πρώτη ύλη μειώνεται επικίνδυνα λόγω απωλειών στο ζωικό κεφάλαιο.
Στο συνέδριο Dairy Conference της Boussias, με τη στήριξη του ΣΕΒΓΑΠ, εκπρόσωποι της βιομηχανίας και της κτηνοτροφίας τόνισαν ότι οι ζωονόσοι και το δημογραφικό φέρνουν τον κλάδο μπροστά σε νέα πραγματικότητα.
Πίεση από ζωονόσους και απώλειες
Οι ασθένειες των ζωών, όπως η πανώλη, η ευλογιά των αιγοπροβάτων και ο αφθώδης πυρετός, έχουν προκαλέσει σημαντικές απώλειες στο ζωικό κεφάλαιο και μείωση στην παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος.
Η Ελλάδα παράγει περίπου 750.000 τόνους γάλακτος ετησίως, όμως μόνο φέτος οι απώλειες εκτιμάται ότι θα φτάσουν τους 60.000 έως 70.000 τόνους, δηλαδή σχεδόν το 10% της συνολικής παραγωγής, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συμμετεχόντων.
Οι παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι αυτές οι ζωονόσοι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά αλλά ως μόνιμη συνθήκη που αλλάζει τη λειτουργία της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Ανάπτυξη και αντίφαση
Την ίδια ώρα, η φέτα εξελίσσεται εμπορικά: η παραγωγή από περίπου 75.000–90.000 τόνους πριν λίγα χρόνια έφτασε σχεδόν στους 140.000 τόνους και οι εξαγωγές ξεπέρασαν τους 105.000 τόνους.
Το αναπτυξιακό μοντέλο αποδίδει οικονομικά —το 70% της αξίας που δημιουργείται επιστρέφει στην πρωτογενή παραγωγή— ωστόσο αυτή η επιτυχία συγκρούεται με την περιορισμένη διαθεσιμότητα γάλακτος και την πίεση στο ζωικό κεφάλαιο.
Οι πωλήσεις φέτας αυξάνονται με ρυθμό περίπου 4,5% ετησίως, ενώ η παραγωγή γάλακτος έχει αντίθετη τάση, δημιουργώντας απόκλιση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση.
Κίνδυνος απωλειών μεριδίων
Οι συμμετέχοντες προειδοποίησαν ότι η χώρα κινδυνεύει να χάσει εξαγωγικά συμβόλαια και διεθνή μερίδια αγοράς, απώλειες που δύσκολα ανακτώνται όταν αγοραστές στραφούν σε άλλους προμηθευτές.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η κατάσταση στη Λέσβο, όπου περίπου 70.000 πρόβατα θανατώθηκαν εξαιτίας του αφθώδους πυρετού, πλήττοντας τοπικές παραγωγικές δομές και την τοπική οικονομία.
Επιπλέον, ο κλάδος αντιμετωπίζει βαθύ δημογραφικό πρόβλημα: οι νεότερες γενιές εγκαταλείπουν την κτηνοτροφία και η διαδοχή της επιχείρησης από γενιά σε γενιά δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Στρατηγικές για υψηλή προστιθέμενη αξία
Ως απάντηση, παραγωγοί και μεταποιητές επιχειρούν να επανατοποθετήσουν τη φέτα ως premium προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας και όχι ως τυρί μαζικής κατανάλωσης, συγκρίνοντας τις δυνατότητες της με προϊόντα όπως το Roquefort, το Parmigiano Reggiano ή το Manchego.
Η Γερμανία παραμένει η σημαντικότερη αγορά για τη φέτα, αλλά οι διεθνείς εμπορικές συγκρούσεις και η διαχείριση της ονομασίας «φέτα» συνεχίζουν να αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης με τρίτες χώρες.
Συμβολική και ουσιαστική ήταν η ανακοίνωση της ΕΔΟΦ για μεταφορά της έδρας της από την Αθήνα στη Λάρισα, με το σχέδιο να περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός μόνιμου «Σπιτιού της Φέτας» που θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για παραγωγούς, μεταποιητές και εξαγωγείς.



