Η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών πέρασε ένα ιστορικό και ιδιαίτερα ανησυχητικό ορόσημο, καθώς το δημόσιο χρέος της χώρας ξεπέρασε πλέον το σύνολο της ετήσιας οικονομικής παραγωγής της. Πρόκειται για μια εξέλιξη με τεράστιες πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις, που επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για τη βιωσιμότητα της αμερικανικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό, το χρέος που διακρατούν επενδυτές και θεσμικοί φορείς ανήλθε στα περίπου 31,27 τρισ. δολάρια, την ώρα που το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ διαμορφώθηκε στα 31,22 τρισ. δολάρια. Με απλά λόγια, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου χρωστά πλέον περισσότερα από όσα παράγει μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο.
Το συγκεκριμένο επίπεδο θεωρείται εξαιρετικά συμβολικό, καθώς είχε εμφανιστεί μόνο σε εξαιρετικές περιόδους της αμερικανικής ιστορίας, όπως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν υπάρχει μία μοναδική κρίση που να εξηγεί την εκτίναξη του χρέους, αλλά μια μακροχρόνια και βαθιά δημοσιονομική ανισορροπία που διογκώνεται χρόνο με τον χρόνο.
Η κρίση που όλοι βλέπουν αλλά κανείς δεν αγγίζει
Το βασικό πρόβλημα της αμερικανικής οικονομίας είναι ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ξοδεύει σταθερά περισσότερα χρήματα από όσα εισπράττει. Το έλλειμμα μεταξύ κρατικών δαπανών και φορολογικών εσόδων συνεχίζει να διευρύνεται, ενώ οι πιέσεις αυξάνονται εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και του κόστους προγραμμάτων όπως το Medicare και η Κοινωνική Ασφάλιση.
Παρά το γεγονός ότι τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικανοί αναγνωρίζουν εδώ και χρόνια το μέγεθος του προβλήματος, καμία πολιτική πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη να αναλάβει το πολιτικό κόστος δύσκολων αποφάσεων. Οι περικοπές δαπανών, οι αυξήσεις φόρων και οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό παραμένουν πολιτικά «τοξικές» επιλογές για την Ουάσιγκτον.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος δανεισμού, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια κάνουν όλο και ακριβότερη την εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό σημαίνει ότι ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων αντί για επενδύσεις ή κοινωνικές παροχές.
Ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ και οι φορολογικές μειώσεις
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε από υποσχέσεις για ισχυρότερη ανάπτυξη, περιορισμό της γραφειοκρατίας και μικρότερο κράτος. Ωστόσο, η οικονομική πολιτική που προωθεί δημιουργεί έντονες αντιδράσεις ακόμη και σε συντηρητικούς οικονομικούς κύκλους. Από τη μία πλευρά, η νέα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα περιορίσει τη σπατάλη στο ομοσπονδιακό κράτος.
Από την άλλη, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που προωθούν οι Ρεπουμπλικανοί αναμένεται να στερήσουν από το αμερικανικό δημόσιο έσοδα ύψους πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στα επόμενα χρόνια. Οι υποστηρικτές του Τραμπ επιμένουν ότι οι μειώσεις φόρων θα ενισχύσουν την ανάπτυξη της οικονομίας και τελικά θα αυξήσουν τα κρατικά έσοδα. Ωστόσο, αρκετές οικονομικές αναλύσεις εκτιμούν ότι ακόμη και με υψηλότερη ανάπτυξη, το έλλειμμα θα παραμείνει ιδιαίτερα αυξημένο, ειδικά σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και ακριβού δανεισμού.
Το μεγάλο ερώτημα για την αμερικανική οικονομία
Παρά την ανησυχία, οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν άμεση δημοσιονομική κατάρρευση των ΗΠΑ. Η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει το ισχυρότερο αποθεματικό νόμισμα στον κόσμο, το δολάριο, αλλά και τη μεγαλύτερη και βαθύτερη αγορά κρατικών ομολόγων διεθνώς. Αυτό της επιτρέπει να συνεχίζει να δανείζεται με τρόπους που καμία άλλη οικονομία δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει. Παρόλα αυτά, η συνεχής αύξηση του χρέους προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στις αγορές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, πολεμικών συγκρούσεων και ενεργειακών αναταράξεων.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η ένταση με το Ιράν και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενισχύουν περαιτέρω την πίεση στην αμερικανική οικονομία. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι κάθε χρόνος αδράνειας κάνει το πρόβλημα πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί στο μέλλον. Όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο πιο επώδυνες θα είναι οι αποφάσεις που θα απαιτηθούν αργότερα, είτε μέσω λιτότητας είτε μέσω νέων φόρων ή περικοπών δαπανών.
Σενάρια για εκτόξευση του χρέους τα επόμενα χρόνια
Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια παραμένουν ιδιαίτερα απαισιόδοξες. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) εκτιμά ότι το αμερικανικό χρέος μπορεί να φτάσει ακόμη και στο 120% του ΑΕΠ έως το 2036, εάν δεν υπάρξουν ουσιαστικές παρεμβάσεις στη δημοσιονομική πολιτική.
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο τους οικονομολόγους ή τις αγορές. Το δημόσιο χρέος εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και γεωστρατηγικές προκλήσεις για τις Ηνωμένες Πολιτείες, με πιθανές επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία, στις αγορές ομολόγων και στη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

