Του Άγη Βερούτη
Η πρόσκληση που άνοιξε τα μάτια
Πριν περίπου δύο μήνες, ένας ανιψιός μου με έπεισε να πάμε ένα απόγευμα Κυριακής σε εγκαίνια ενός καταστήματος που πουλάει συλλεκτικές κάρτες και συναφή αντικείμενα.
Δυο χρόνια νωρίτερα είχα κάνει στον ίδιο μια παρατήρηση — περισσότερο πειράζοντας παρά κριτικά — γιατί έδινε κομμάτι από το περίσσευμά του για πλαστικές φιγούρες και «συλλεκτικές» κάρτες από κόμικς. Τότε τις αποκαλούσα «κούκλες» και «τραπουλόχαρτα» με καρτούν και τις θεωρούσα σχετικά ακριβές.
Εκείνος τότε προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι πρόκειται για επένδυση: οι κάρτες κάποια στιγμή θα αποκτήσουν συλλεκτική αξία. Εγώ, πειραχτικά, του έλεγα ότι θα μπορούσε να μαζεύει και ποδοσφαιριστές ή μπασκετμπολίστες, σαν τα παιδιά που αγοράζουν αυτοκόλλητα από το περίπτερο. Γελάσαμε, αλλά εκείνος συνέχισε να τηρεί τη συλλογή του.
Παρουσία και ουρές
Ο ανιψιός ήρθε με τη μηχανή να με πάρει γιατί, όπως είπε, «δεν θα βρίσκουμε πάρκινγκ». Ήταν ευκαιρία για καθαρό αέρα, οπότε το δέχτηκα, με την προοπτική μετά να πάμε για καφέ απέναντι. Τα εγκαίνια είχαν ξεκινήσει μισή ώρα νωρίτερα και σκεφτόμουν πως θα ρίχναμε μια γρήγορη ματιά.
Καθώς πλησιάζαμε το κατάστημα, είδα ένα πλήθος νεαρών να περιμένει υπομονετικά — ουρά που κάλυπτε περίπου ενάμιση οικοδομικό τετράγωνο στη λεωφόρο Μεσογείων, μέχρι το μαγαζί. Πρώτη έκπληξη.
Έξω, εκατοντάδες νέοι με τατού και προχωρημένα κουρέματα συγχρωτίζονταν, μαζί με αρκετούς μεγαλύτερους. Όσοι περίμεναν έβγαιναν προσωρινά στη λεωφορειολωρίδα όταν δεν περνούσαν λεωφορεία και επέστρεφαν στο πεζοδρόμιο καθώς πλησίαζαν. Μιλούσαν μεταξύ τους με τη δική τους «γλώσσα» και έπιναν νερά και αναψυκτικά που μοίραζε το προσωπικό για τα εγκαίνια — καθόλου αλκοόλ.
Απέναντι για καφέ — και για εξηγήσεις
Φυσικά δεν μπήκαμε στο μαγαζί· δεν είχα ούτε την υπομονή ούτε τη διάθεση να στέκομαι δύο–τρεις ώρες όρθιος. Πήγαμε απέναντι για καφέ στο Χολαργό και αναρωτιόμασταν πώς είναι δυνατόν να έχει τόσο κόσμο.
Μετά το πρώτο πιάτο, ο ανιψιός μου έφτιαξε την εικόνα: το όλο σύμπαν λειτουργεί σαν «άλλου τύπου χρηματιστήριο». Συλλέκτες αγοράζουν, επενδύουν, πουλάνε και κρατούν κάρτες που ανταλλάσσονται για σοβαρά ποσά. Υπάρχουν μάλιστα κάποιες τόσο σπάνιες που φτάνουν να πωλούνται για εκατομμύρια.
Γέλασα, έως ότου μου έστειλε άρθρο του CNN στο κινητό: κάποιος είχε πουλήσει μια τέτοια κάρτα πάνω από 16,492 εκατομμύρια δολάρια. Δεύτερη έκπληξη.
Επένδυση ή ρίσκο;
Στην αρχική μου επιφύλαξη μήπως πρόκειται για κάποιο «αεροπλανάκι», ο ανιψιός εξήγησε ότι κανείς δεν εγγυάται κέρδη — η αξία μπορεί να ανέβει ή να πέσει. Αυτό, είπε, είναι που κάνει την αγορά.
Αυτό με μπέρδεψε: τι ακριβώς χρησιμοποιούν οι νέοι ως όχημα αποθήκευσης αξίας; Εγώ, παλαιομοδίτης, δυσκολευόμουν να κατανοήσω τη λογική τους.
Αποφάσισα να ερευνήσω περισσότερο, ειδικά μετά τις δύο αναπάντεχες πληροφορίες που με έκαναν να αισθάνομαι πως είχα πέσει έξω τόσο στο μέγεθος του ενδιαφέροντος όσο και στην αξία αυτών των αντικειμένων.
Η περίπτωση της κάρτας που συγκλόνισε
Η κάρτα που ανέφερε το άρθρο του CNN ήταν η Pikachu Illustrator που ανήκε στον Logan Paul, με βαθμολογία PSA 10, και πουλήθηκε για 16,492 εκατομμύρια δολάρια. Την είχε αγοράσει το 2021 για 5,275 εκατομμύρια. Δηλαδή, σε περίπου πέντε χρόνια, ένα «χαρτονάκι» με έναν Πικάτσου απέκτησε υπεραξία που σε κάνει να τη συγκρίνεις με ακίνητα ή μετοχές.
Όμως δεν πρόκειται απλώς για ένα τυχαίο «χαρτονάκι». Εκεί είχε κάνει λάθος η δική μου αντίληψη: η συγκεκριμένη κάρτα ήταν βραβείο σε ιαπωνικό διαγωνισμό εικονογράφησης της δεκαετίας του ’90, με ελάχιστα αντίτυπα, ιστορία, επίσημη πιστοποίηση και έναν παγκόσμιο μύθο — δηλαδή τα χαρακτηριστικά που βρίσκεις σε ένα σπάνιο ρολόι, παλαιό νόμισμα, σπάνιο γραμματόσημο ή σημαντικό έργο τέχνης.
Η νέα αξία της μνήμης
Το κρίσιμο δεν είναι αν μας αρέσει η αισθητική. Από πότε η δημιουργία αξίας θα ρωτήσει τη δική μας γενιά για άδεια;
Η νέα γενιά δεν αποθηκεύει αξία μόνο σε ό,τι εμείς θεωρούσαμε αξιόπιστο. Δεν μεγάλωσε με γραμματόσημα — μεγάλωσε με Pokémon, gaming, anime, YouTube, TikTok, Discord, crypto και sneakers. Είναι άλλο σύμπαν.
Στην Αμερική δεν είναι πρωτόγνωρο: οι κάρτες μπέιζμπολ υπήρξαν για δεκαετίες σαν χρηματιστήριο συλλεκτικού αντικειμένου. Η κάρτα του Mickey Mantle του 1952 πουλήθηκε το 2022 για 12,6 εκατομμύρια δολάρια. Εκεί δεν γελάνε: λέγεται sports memorabilia και έχει παράδοση.
Σπανιότητα και αφήγημα
Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι όλες οι κάρτες θα εκτοξευθούν σε αξία — αυτό θα ήταν ανόητο. Η Pokémon Company έχει τυπώσει πάνω από 75 δισεκατομμύρια κάρτες παγκοσμίως έως τον Μάρτιο του 2025. Άρα η βάση της πυραμίδας δεν είναι σπάνια. Η αξία εδράζεται στην κορυφή: λίγα αντίτυπα, παλιά, πιστοποιημένα, άψογης κατάστασης, με ιστορία.
Εδώ αρχίζει το «σφαγείο» των αδαών: άλλο συλλογή, άλλο αγορά, άλλο τζόγος. Διαφορά υπάρχει μεταξύ κάποιου που αγοράζει επειδή καταλαβαίνει σπανιότητα, πιστοποίηση, ζήτηση και ρευστότητα και κάποιου που αγοράζει επειδή είδε ένα ωραίο βίντεο στο TikTok και πίστεψε ότι βρήκε την επένδυση της δεκαετίας.
Δεν είναι Ponzi — αλλά υπάρχουν ρίσκα
Δεν πρόκειται για απάτη Ponzi: κανείς δεν υπόσχεται απόδοση ούτε υπάρχει κεντρικός που λέει «δώσε δέκα και αύριο θα πάρεις τριάντα». Υπάρχει αγορά που μπορεί να ανέβει, να πέσει, να παγώσει, να ξεφουσκώσει και να ξαναζεσταθεί — όπως τα ακίνητα, τα ρολόγια, η τέχνη και τα κρυπτονομίσματα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το bitcoin βασίζεται σε προκαθορισμένη σπανιότητα — 21 εκατομμυρίων — ενώ η συλλεκτική κάρτα βασίζεται σε κάτι πιο ανθρώπινο: παιδική μνήμη, σπανιότητα του αντικειμένου και πιστοποίηση. Τη βάζεις σε θήκη και την φυλάς.
Κερδισμένοι και καμένοι
Θα υπάρξουν κερδισμένοι και πολλοί καμένοι, συχνά με το χαμόγελο του επενδυτή που νόμισε ότι έγινε «διορατικός» επειδή άνοιξε ένα φακελάκι με κάρτες. Έτσι συμβαίνει όταν ένα χόμπι συναντά την προσδοκία κέρδους: κάποιοι καταλαβαίνουν τι αγοράζουν, κάποιοι αγοράζουν επειδή αγοράζουν οι άλλοι.
Το ίδιο δεν συνέβη και με τις κάρτες μπέιζμπολ στην Αμερική; Υπήρξε αγορά, συλλέκτες, περιουσίες, αλλά και μαζική παραγωγή όταν πολλοί πίστεψαν ότι κάθε κάρτα θα πληρώσει κάποια μέρα το κολέγιο του παιδιού τους. Δεν το έκανε — γιατί η αγορά τιμωρεί τη σύγχυση ανάμεσα στο «μου αρέσει» και στο «είναι σπάνιο».
Συμπέρασμα
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν οι νέοι «τρελάθηκαν». Μήπως εμείς αργήσαμε να καταλάβουμε ότι κάθε γενιά φτιάχνει το δικό της χρηματιστήριο μνήμης;
Εμείς γελάγαμε με τα «τραπουλόχαρτα». Εκείνοι ίσως γελάνε με εμάς που θεωρούμε ότι αληθινή αξία έχει μόνο ό,τι πρόλαβε να παλιώσει πριν γεννηθούμε.
Και το πιο ανησυχητικό; Αυτή τη φορά μπορεί να έχουν και δίκιο.
agissilaos@gmail.com

