Του Γεωργίου Ι. Μάτσου
Πέραν της «απαγόρευσης κριτικής» προς τη Δικαιοσύνη, ο κυβερνητικός μηχανισμός επικοινωνίας υπερασπίστηκε την απόφαση για αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών επιχειρηματολογώντας και γύρω από το πρόσωπο του σημερινού Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Τζαβέλλα.
Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι ο κ. Τζαβέλλας επιλέχθηκε όχι μόνο από την κυβέρνηση αλλά και από τους συναδέλφους του.
Προσωπική άποψη για τον Τζαβέλλα
Δεν γνωρίζω προσωπικά τον κ. Τζαβέλλα. Πιθανότατα, όμως, οι συνάδελφοί του είχαν δίκιο όταν μιλούσαν για εισαγγελικό λειτουργό υψηλού ήθους και νομικής επάρκειας.
Παρόλα αυτά, η απόφασή του να θέσει εκ νέου στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών έρχεται σε προφανή αντίθεση με τη δικαιική συνείδηση όποιου μελετήσει στοιχειωδώς το σκηνικό.
Η ανάγκη για έρευνα
Ακόμη κι αν οι δηλώσεις του Ντίλιαν θεωρηθούν ως «απεγνωσμένη απόπειρα αυτοαθώωσής» του, η βαρύτητα αυτών των ισχυρισμών επέβαλε ενδελεχή έρευνα προς άρση κάθε σκιάς.
Ορισμένοι από τους βασικούς του ισχυρισμούς διασταυρώνονται εύκολα με στοιχεία που εμφανίζονται στη δημοσιότητα: η ελλαδική εταιρία Intellexa Α.Ε. φέρεται, σύμφωνα με το ΓΕΜΗ, να ιδρύθηκε στις 12-3-2020, έχει ως νόμιμο εκπρόσωπο ένα από τα τέσσερα καταδικασθέντα πρόσωπα και δημοσίευσε ισολογισμό για το 2020 — χωρίς να παρουσιάσει δεύτερο ισολογισμό μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου.
Τα οικονομικά στοιχεία
Στον εν λόγω ισολογισμό εμφανίζεται τζίρος για το 2020 ύψους 777.925 ευρώ, που, σύμφωνα με τον κ. Ντίλιαν, προέρχεται είτε άμεσα από κράτη και κυβερνήσεις είτε έμμεσα μέσω συνδεδεμένων εταιριών που εισέπρατταν χρήματα από κράτη για λογαριασμό της.
Κατά τις αμερικανικές αρχές, η Intellexa Α.Ε. είχε παρουσία σε Ιρλανδία, Σκόπια, Ουγγαρία, με πιθανή μητρική την ιρλανδική Thalestris. Επιπλέον μαρτυρείται παρουσία της και σε Ελβετία, Κύπρο και Βρετανικές Παρθένες Νήσους.
Τα βήματα που όφειλαν να γίνουν
Οι εισαγγελικές αρχές στην Ελλάδα όφειλαν να ζητήσουν από τον κ. Ντίλιαν να προσδιορίσει ποια εταιρία του ομίλου συναλλάχθηκε με το ελληνικό κράτος και να προσκομίσει τιμολόγια, συμβάσεις και σχετική αλληλογραφία για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του.
Έπρεπε επίσης να κατονομάσει τους Έλληνες κρατικούς αξιωματούχους με τους οποίους φέρεται να διαπραγματεύτηκε την πώληση του λογισμικού, ώστε οι εν λόγω αξιωματούχοι να εξεταστούν ως ύποπτοι.
Έλεγχοι και διεθνής συνεργασία
Προηγουμένως, θα έπρεπε να κατασχεθούν οι υπηρεσιακοί υπολογιστές των συγκεκριμένων αξιωματούχων και κάθε άλλος υπολογιστής που τυχόν χρησιμοποίησαν, με επιμελή έλεγχο των σκληρών δίσκων τους.
Περαιτέρω, να ελεγχθούν οι τραπεζικές κινήσεις ολόκληρου του ομίλου, ώστε να διαπιστωθεί ποιος κατέβαλε χρήματα για το «ελληνικό» Predator.
Να ζητηθεί επίσης δικαστική συνδρομή από την Ιρλανδία (έδρα της πιθανής μητρικής Thalestris) και από κάθε άλλη εμπλεκόμενη χώρα για τη διαβίβαση τραπεζικών στοιχείων, τιμολογίων και συμβάσεων που αφορούν την Ελλάδα.
Ο δημόσιος εκβιασμός
Έπρεπε επίσης να επιβεβαιωθεί εάν ο κ. Ντίλιαν δήλωσε μέσω του δικηγόρου του ότι θα αποκαλύψει «τον πραγματικό ιδιοκτήτη» της Intellexa, σε περίπτωση καταδίκης και κατ’ έφεση — και αν ναι, να τον κατονομάσει.
Δεν μπορεί να γίνεται δημόσιος τέτοιου είδους εκβιασμός — για ποιον ακριβώς; — με σκοπό να μεταβληθεί απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Η αντιφατική απόφαση
Για τη δικαιική συνείδηση οποιουδήποτε είναι σαφές ότι ο κ. Τζαβέλλας έπρεπε να διατάξει τις παραπάνω ενέργειες.
Στην πράξη, όμως, ουδείς ανέμενε να γίνει τέτοια έρευνα — ίσως επειδή πολλοί προέβλεπαν ήδη το τελικό αποτέλεσμα.
Πώς λοιπόν εξηγείται ότι ένας εισαγγελικός λειτουργός με άριστη φήμη έλαβε μια νομικώς τόσο προφανώς λανθασμένη απόφαση;
Το πραγματικό «job description»
Διότι το άγραφο job description της θέσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο σημερινό ελληνικό κράτος διαφέρει από αυτό που ορίζουν οι νόμοι και το Σύνταγμα: είναι να αποφασίζει σύμφωνα με τις κυβερνητικές επιθυμίες και να διαχέει αυτές τις επιθυμίες στην ιεραρχία που προΐσταται.
Γι’ αυτό είδαμε τον κ. Τζαβέλλα να επικρίνει το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για το «λάθος» αίτημά του να ανοίξει εκ νέου εισαγγελική έρευνα για τις υποκλοπές.
Η σχέση Δικαιοσύνης και εξουσίας
Στην πραγματικότητα, τις κυβερνήσεις ενδιαφέρει μόνο ότι η Δικαιοσύνη εξυπηρετεί τις «δουλειές» τους — για τις υποκλοπές όπως και για κάθε υπόθεση με κυβερνητικό ενδιαφέρον — και όχι αν η απονομή γίνεται σωστά για τον απλό πολίτη.
Η αντιπολίτευση, κατά περίπτωση, σπάνια διαμαρτύρεται για τις αποφάσεις του εκάστοτε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γιατί στο βάθος επιθυμεί όταν γίνει κυβέρνηση να ελέγχει τον επικεφαλής εισαγγελέα με τον ίδιο τρόπο.
Όσο πιο διακεκριμένος είναι ο επικεφαλής εισαγγελέας, τόσο πιο αποτελεσματικά «θα ανταποκρίνεται» στη δουλειά αυτή.
Συνείδηση και αποδοχή ρόλου
«Μα δεν έχουν συνείδηση;» θα αναρωτηθεί ο πολίτης. Φυσικά έχουν. Όμως η συνείδησή τους έχει αποδεχθεί το συγκεκριμένο job description: κάθε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ανέβηκε ιεραρχικά και κατά τη διάρκεια της ανόδου του αντιλήφθηκε με ακρίβεια ποιος είναι ο ρόλος που του αναλογεί.
Όταν αναλαμβάνει τη θέση, σημαίνει ότι εμμέσως αποδέχεται το εν λόγω job description — λίγοι εχέφρονες άνθρωποι αναλαμβάνουν τέτοια θέση με το σχέδιο να γίνουν στη συνέχεια «ήρωες» κατά της κυβέρνησης που τους επέλεξε.
Κοινωνική πεποίθηση και ανοχή
Προσωπικά πιστεύω ότι κανείς σε αυτή τη χώρα δεν θεωρεί πως το Predator δεν χρησιμοποιούνταν από την κυβέρνηση ή ότι οι τέσσερις καταδικασθέντες λειτουργούσαν πράγματι ως «ιδιώτες».
Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης συνήθως αποδέχονται την επιχειρηματολογία «τέτοια πράγματα πάντα θα συμβαίνουν», ενώ οι αντίπαλοί της τα θεωρούν μη ανεκτά — αν και ίσως να γίνονταν αν ανέλαβε την εξουσία κάποιο άλλο κόμμα που υποστήριζαν.
Είναι πιθανό να μην είναι ρεαλιστικό να απαιτεί κανείς την πλήρη απομάκρυνση κάθε παρακρατικού στοιχείου από την κυβερνητική δράση.
Ο ρόλος της Δικαιοσύνης
Όμως αυτό ισχύει για τις κυβερνήσεις· η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αθωώνει μια κυβέρνηση που πιαστεί «με τη γίδα στην πλάτη».
Η κοινωνία απαιτεί από τη Δικαιοσύνη να λειτουργεί παγίως ως «Σαρτζετάκης». Διαφορετικά δεν τίθενται όρια.
Ακόμη κι αν πολιτικά κάποια παράνομη κυβερνητική πρακτική συγχωρείται ως εξαίρεση, η μόνη εγγύηση ότι θα παραμείνει εξαίρεση είναι η Δικαιοσύνη να μην κλείνει ποτέ τα μάτια όταν η παρανομία εντοπιστεί.
Η έκταση του προβλήματος
Στην Ελλάδα, όμως, το όριο της εξαίρεσης έχει προ πολλού ξεπεραστεί — κάτι που υπογράμμισαν οι μεγαλειώδεις διαδηλώσεις της 28-2-2025.
Η περίπτωση του, κατά τεκμήριο εξαιρετικής φήμης, κ. Τζαβέλλα δείχνει επίσης πως το πρόβλημα υπερβαίνει τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης: η έγκρισή του από τους συναδέλφους του αποδεικνύει ότι ούτε η επιλογή της ηγεσίας από τους δικαστές θα βελτιώσει αναγκαία την ορθότητα της απονομής δικαιοσύνης — το αντίθετο μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς ανεξέλεγκτη Δικαιοσύνη.
Η αλλαγή του job description για τον επικεφαλής εισαγγελέα απαιτεί πολιτειακού επιπέδου αλλαγή και ειλικρινή θεσμοθέτηση ενός πραγματικού κράτους δικαίου.
Και ενώ θεωρητικά όλοι επιθυμούμε τέτοια αλλαγή, ίσως χρειάζονται ακόμη βήματα προς τα κάτω πριν καταφέρουμε να την υλοποιήσουμε.
*Δ.Ν., Δικηγόρος

