Του Χρήστου Χωμενίδη
«Ξέρετε, κύριε Χωμενίδη, πώς γίνεται ένα μυθιστόρημα επιτυχία στην Ελλάδα;» με είχε ρωτήσει πριν από είκοσι περίπου χρόνια μια βιβλιοπώλης στην Κηφισιά.
«Δεν υπάρχει συνταγή, κυρία μου», της απάντησα.
Μικρά μυστικά της αγοράς
Η γυναίκα όμως επέμενε: «Ό,τι και αν γράψει κανείς —από αριστούργημα μέχρι «βίπερ Νόρα»— άπαξ και έχει ως φόντο τη Μικρασιατική Καταστροφή ή τον Εμφύλιο, οι αναγνώστες συγκινούνται. Και οι κριτικοί το αντιμετωπίζουν ευμενώς.»
Άρχισε να μου απαριθμεί τίτλους με πρόσφυγες και αντάρτες. Της έδωσα δίκιο σε γενικές γραμμές, αλλά σκέφτηκα παραπέρα και της είπα: «Φανταστείτε ένα βιβλίο με μπαγαπόντες πρόσφυγες ή με γκαφατζήδες αντάρτες! Θα το θεωρούσαν ύβρη. Θα εξόργιζε περισσότερο κι από τον χειρότερο λίβελο!»
Το τραύμα ως παράσημο
Τα χρόνια κύλησαν και ήρθαν νέες φωνές με πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Έφεραν στο προσκήνιο ευαισθησίες σύγχρονες και φωτίσαν όψεις της ανθρώπινης κατάστασης που επί χρόνια παρέμεναν σιωπηλές: γυναίκες, ερωτικά ανοίκειοι, κοινωνικά αποκλεισμένοι. Η λογοτεχνία μας εμπλουτίστηκε.
Μια αδιαμφισβήτητη σταθερά όμως παρέμεινε: για να σε πάρουν σοβαρά πρέπει να είσαι «σοβαρός». Να έχεις στα έργα και στη δημόσια παρουσία σου έναν εμβριθές, αν όχι σκυθρωπό, τόνο. Να φορέσεις το τραύμα σου σαν παράσημο. Όπως μου είπε πρόσφατα ένας διανοούμενος, το τραύμα θεωρείται προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από αυτό ξεκινούν όλα — δεν το διαπραγματευόμαστε και σίγουρα δεν το γελάμε.
Το παράδειγμα του γέλιου
Μου ήρθε αυθόρμητα στο νου ο Εμμανουήλ Ροϊδη, που πριν από 160 χρόνια έγραψε ένα ευτράπελο αριστούργημα γεμάτο καυστικό χιούμορ, χωρίς σπουδαιολογία ή μιζέρια: την Πάπισσα Ιωάννα. Ήταν τριαντάρης τότε ο Ροϊδης και δέχτηκε ομοβροντία πυρών από τους σοφολογιότατους επειδή κορόιδευε τα πάντα και τους πάντες. Παρ’ όλα αυτά, οι δεκαετίες κύλησαν και το έργο μπήκε τελικά στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.
Αντιθέτως, δεν συνέβη το ίδιο με τη Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά, παρότι πρόκειται για ιδιοφυή και διαχρονική σάτιρα ηθών. Η Σουσού έχει στοιχεία «θηλυκού Δον Κιχώτη», αλλά εξακολουθεί να θεωρείται ευθυμογράφημα, δευτέρας τάξης έργο.
Σάτιρα και αναγνώριση
Να μιλήσω για τον Νίκο Τσιφόρο, τον οξύ κοινωνικό παρατηρητή; Οι ιστορικοί της ελληνικής λογοτεχνίας δεν τον τοποθετούν δίπλα στη γενιά του ’30, παρότι σε έμπνευση και γλαφυρότητα υπερέχει πολλών. Δεν του συγχωρήθηκε η έλλειψη «πόζας». Σάρκαζε αμείλικτα τον κόσμο και τον εαυτό του μέχρι το τέλος: όταν τον επισκέφτηκε φίλος του στο νοσοκομείο και τον ρώτησε τι κάνει, εκείνος απάντησε με πικρό χαμόγελο, «προπονούμαι για πτώμα!».
«… Με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα…» γράφει σε σημείωμά του το 1908 ο Καβάφης. «Αλλά δεν κάνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς… Μούτρα σέρια ζωωδώς, πού να αστειευθούν αφού δεν καταλαβαίνουν; Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται. Τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησην…»
Η νομενκλατούρα του σοβαρού
Ο αστείος και ο ευφρόσυνος άνθρωπος παραμένουν επιφυλακτικά αποδεκτοί από την πνευματική μας νομενκλατούρα. Θυμηθείτε τον Μποστ. Με τη «Φαύστα» του έκλεισε το μάτι στον Ιονέσκο και ανατάραξε το ελληνικό θέατρο. Τα χρονογραφήματά του σαρώνανε κάθε έννοια καθωσπρεπισμού.
Στο «Επάγγελμα της Μητρός μου», η μητέρα ανακοινώνει ότι θα γίνει πόρνη. Ο πατέρας αντί να εξοργιστεί στηρίζει την απόφασή της: σχεδιάζει επιχειρηματικά, αγοράζει ειδικό κρεβάτι, εξασφαλίζει πελατεία, την εξαντλεί σε ερωτικές συνευρέσεις για χρήμα μέχρι θανάτου. Πόσο πιο προφητική αλληγορία για τη διάλυση της Ελλάδας από τον υπερτουρισμό θα μπορούσε να υπάρχει; Μετά τη δημοσίευση στην Καθημερινή, η Ελένη Βλάχου απέλυσε τον Μποστ λόγω διαμαρτυριών αναγνωστών.
Η σάτιρα ως παράπλευρη απειλή
Έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια και, παρ’ όλα αυτά, αν παρουσιάσεις τη ζωή ως φάρσα και όχι ως δράμα, αν δείξεις ότι συχνά κινητήρια δύναμη της Ιστορίας είναι η ανθρώπινη βλακεία και μικρότητα, και αν τολμήσεις να σατιρίσεις τόσο το «σύστημα» όσο και τους αντίποδές του, τις διαφορετικότητες και τις μειονότητες —θα θεωρηθείς βλάσφημος. Θα καταστείς αποσυνάγωγος.
«Στην τέχνη επικρατεί απόλυτη ελευθερία.» Αμ δε! Στον τόπο μας παραμένει προνομιούχος χώρος για τροχονόμους ιδεών: χολερικούς και μυγιάγγιχτους που ευλογούν τα γένια των ομοίων τους και κατακεραυνώνουν όποιον δεν διαθέτει το «ιερό και όσιο» που εκείνοι αναγνωρίζουν. Διαβάζεις ένα βιβλίο και γελάς; Να είσαι βέβαιος ότι οι «τα φαιά φορούντες» (για να θυμηθούμε τον Καβάφη) θα το κρίνουν ανάξιο λόγου.
Η απόλαυση της ανάγνωσης
«Κι εμάς τι μάς νοιάζει;» θα ρωτήσετε. «Εμείς δεν ψάχνουμε κατήχηση αλλά αναγνωστική ηδονή!» Πολύ καλά κάνετε. Παρά τον ακαδημαϊσμό, θα συνεχίσουν να εμφανίζονται απολαυστικά βιβλία. Η φλέβα που τρύπησε ο ελληνοσύριος μάγος Λουκιανός τον 2ο μ.Χ. αιώνα με τους «Νεκρικούς» και τους «Εταιρικούς Διαλόγους» δεν θα στερέψει ποτέ.
«Λέγε στους θεούς να “σβήσω!” μα λέγε το γελώντας…» έγραφε ο Κώστας Καρυωτάκης. Πράγματι: προτού σβήσει αυτοβούλως στην Πρέβεζα, είχε σκαρώσει ένα σωρό κασκαρίκες στους «πνευματικούς ανθρώπους» της εποχής του.
Ο Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

