Μεγάλη άνοδο κατέγραψε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Απρίλιο, καθώς σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή σκαρφάλωσε στο 5,4%, από 3,9% που είχε διαμορφωθεί τον Μάρτιο. Η νέα αύξηση αποδίδεται κυρίως στο ενεργειακό κόστος, στις ανατιμήσεις στα καύσιμα και στις αυξήσεις σε βασικά αγαθά διατροφής.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις προήλθαν από το πετρέλαιο θέρμανσης, το πετρέλαιο κίνησης, τη βενζίνη αλλά και το φυσικό αέριο, με τα νοικοκυριά να βλέπουν το κόστος μετακίνησης και θέρμανσης να αυξάνεται αισθητά μέσα σε λίγες εβδομάδες. Παράλληλα, ανατιμήσεις καταγράφηκαν σε κρέατα, γαλακτοκομικά, καφέ και βασικά προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η άνοδος στις τιμές των καυσίμων, καθώς το πετρέλαιο θέρμανσης αυξήθηκε κατά 53,2%, τα λοιπά καύσιμα κατά 42,4%, το πετρέλαιο κίνησης κατά 32,4%, ενώ η βενζίνη σημείωσε άνοδο 17,1% σε σχέση με τον περσινό Απρίλιο. Παράλληλα, το φυσικό αέριο κινήθηκε υψηλότερα κατά 19,3%, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα έξοδα διαβίωσης των πολιτών.
Οι αυξήσεις σε τρόφιμα και στέγαση πιέζουν τα νοικοκυριά
Στην κατηγορία των τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών καταγράφηκε ετήσια αύξηση 4,4%, με σημαντικές ανατιμήσεις σε ψωμί, κρέας, ψάρια, γαλακτοκομικά, λαχανικά και καφέ. Το μοσχάρι αυξήθηκε κατά 19,2%, ενώ αρνί και κατσίκι κατέγραψαν άνοδο 13,3%. Η μοναδική ουσιαστική εξαίρεση ήταν το ελαιόλαδο, όπου σημειώθηκε αποκλιμάκωση τιμών.
Την ίδια ώρα, η ομάδα της στέγασης παρουσίασε αύξηση 13,8%, κυρίως λόγω των ακριβότερων ενοικίων, του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και των υπηρεσιών συντήρησης κατοικίας. Ο ηλεκτρισμός αυξήθηκε κατά 14%, επιβεβαιώνοντας ότι το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό μοχλό πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία.
Σημαντική ήταν και η επιβάρυνση στις μεταφορές, όπου ο δείκτης ενισχύθηκε κατά 10%. Η αύξηση οφείλεται όχι μόνο στα καύσιμα αλλά και στις ανατιμήσεις σε καινούργια αυτοκίνητα, ανταλλακτικά, συντηρήσεις οχημάτων και αεροπορικά εισιτήρια. Οι μετακινήσεις εξελίσσονται σε έναν από τους πιο ακριβούς τομείς για τα ελληνικά νοικοκυριά, ειδικά ενόψει της θερινής περιόδου.
Ποιες κατηγορίες εμφάνισαν νέες ανατιμήσεις
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε επίσης αυξήσεις στην ένδυση και υπόδηση κατά 2%, στην υγεία κατά 1,2%, στην εκπαίδευση κατά 2,8%, καθώς και στον κλάδο ξενοδοχείων, καφέ και εστιατορίων κατά 6,1%. Οι ανατιμήσεις αυτές αποτυπώνουν τη συνολική πίεση που ασκείται στην αγορά υπηρεσιών αλλά και στο κόστος καθημερινότητας.
Αυξημένες ήταν και οι ασφαλιστικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, με άνοδο 3,5%, κυρίως λόγω ακριβότερων ασφαλίστρων υγείας και οχημάτων. Παράλληλα, οι υπηρεσίες προσωπικής φροντίδας και κοινωνικής προστασίας ενισχύθηκαν κατά 1,2%, ακολουθώντας τη γενικότερη ανοδική τάση στις τιμές υπηρεσιών.
Αντίθετα, η μοναδική βασική κατηγορία που παρουσίασε μείωση ήταν η ενημέρωση και επικοινωνία, όπου οι τιμές υποχώρησαν κατά 2,2%, κυρίως λόγω φθηνότερων υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και τεχνολογικού εξοπλισμού. Παρόλα αυτά, η πτώση αυτή δεν ήταν αρκετή για να εξισορροπήσει τις ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία.
Ανησυχία για τη συνέχεια και το ενεργειακό κόστος
Τα νέα στοιχεία εντείνουν τον προβληματισμό για την πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες, καθώς η συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση και οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις τροφοδοτούν νέους γύρους ανατιμήσεων. Η εικόνα που παρουσιάζει ο πληθωρισμός δημιουργεί ισχυρές πιέσεις σε καταναλωτές και επιχειρήσεις, ενώ ενισχύει την αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών μέσα στο καλοκαίρι.
Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της Eurostat, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα είχε ήδη κινηθεί ανοδικά στο 4,6% τον Απρίλιο, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική οικονομία επηρεάζεται έντονα από την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους. Στην Ευρωζώνη, ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 3%, σημαντικά χαμηλότερα από τα ελληνικά επίπεδα.
Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η εξέλιξη αυτή αυξάνει την πίεση προς την κυβέρνηση για νέα μέτρα στήριξης, καθώς η ακρίβεια συνεχίζει να διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι αν οι διεθνείς τιμές ενέργειας θα αποκλιμακωθούν το επόμενο διάστημα ή αν ο πληθωρισμός θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

