Euro 161 vs Euro 33: Ο Τσάφος εντοπίζει λογιστικό σφάλμα στις συγκρίσεις για το «ακριβό» ρεύμα

0
6

Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος επισημαίνει ότι υπάρχει λογιστικό σφάλμα στη σύγκριση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας Ελλάδας-ΕΕ που παρουσιάζει το Green Tank.

Σε ανάρτησή του στο LinkedIn αναφέρει ότι παρακολουθεί με ενδιαφέρον τη σχετική συζήτηση και εξηγεί τη δική του προσέγγιση στα στοιχεία.

Η ανάλυση και το βασικό εύρημα

Όπως γράφει, το κύριο συμπέρασμα της μελέτης με τίτλο «Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας» που αναπαράγουν και τα μέσα είναι το εξής: «Η λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας παραμένει διαχρονικά από τις ακριβότερες στην ΕΕ-27 σε ό,τι αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων που καθορίζεται από τους παρόχους».

Το Green Tank είναι σοβαρό ινστιτούτο και συμβάλλει ουσιαστικά στο δημόσιο διάλογο, αλλά στην συγκεκριμένη ανάλυση, κατά τον Νίκο Τσάφο, υπάρχει ένα «λογιστικό» λάθος.

Βάση δεδομένων και το «ανταγωνιστικό σκέλος»

Η μελέτη στηρίζεται σε στοιχεία της Eurostat (επισυνάπτεται). Το Green Tank επικεντρώνεται στο λεγόμενο «ανταγωνιστικό σκέλος» που στον πίνακα εμφανίζεται ως «ενέργεια και προμήθεια» και, σωστά, διαπιστώνει ότι το Euro 161 για την Ελλάδα είναι ένα από τα υψηλότερα νούμερα στην Ευρώπη.

Το πρόβλημα, όμως, προκύπτει από τον τρόπο που συγκρίνεται αυτό το στοιχείο με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τι περιλαμβάνει η κάθε στήλη

Στην Ελλάδα, το «ανταγωνιστικό σκέλος» δεν είναι απλώς το ανταγωνιστικό μέρος όπως εμφανίζεται αλλού. Περιλαμβάνει (α) τις απώλειες του συστήματος και του δικτύου και (β) όλα τα κόστη για τη σταθεροποίηση του συστήματος (εφεδρείες και λοιπές υπηρεσίες).

Σε άλλες χώρες, αυτά τα κόστη συχνά εντάσσονται στις χρεώσεις δικτύου — γεγονός που φαίνεται και από τον πίνακα: η Ελλάδα εμφανίζει τις χαμηλότερες χρεώσεις δικτύου στην Ευρώπη, Euro 33, ενώ άλλες χώρες έχουν χρεώσεις που είναι διπλάσιες ή τριπλάσιες.

Λογιστική παρερμηνεία

Συνεπώς, το συμπέρασμα «η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την ενέργεια» προκύπτει από παρερμηνεία των αριθμών. Κόστη που στην Ελλάδα τοποθετούνται στη στήλη «ενέργεια και προμήθεια» αλλού εμφανίζονται ως «χρεώσεις δικτύου». Είμαστε ψηλά στη μία στήλη και πολύ χαμηλά στην άλλη — το ζήτημα είναι λογιστικό και όχι ενεργειακό.

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στη σύγκριση χονδρικής και λιανικής: για να μεταφερθεί κανείς από τη χονδρική στη λιανική πρέπει να προσθέσει (α) λογαριασμούς προσαυξήσεων (απώλειες, εφεδρείες, ευστάθεια συστήματος), (β) τις απώλειες στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ και (γ) το περιθώριο των εταιρειών προμήθειας.

Τελικά συμπεράσματα για την κερδοφορία και τον καταναλωτή

Όταν ληφθούν υπόψη όλα τα κόστη στο σύνολό τους, το φαινομενικό «χάσμα» μεταξύ χονδρικής και λιανικής περιορίζεται σημαντικά, οπότε και η κερδοφορία που απομένει είναι αρκετά χαμηλότερη απ’ ό,τι φαίνεται αρχικά στα γραφήματα της ανάλυσης του Green Tank.

Και, όπως επισημαίνει ο Νίκος Τσάφος, «τον καταναλωτή τον ενδιαφέρει η τελική τιμή και όχι σε ποια κατηγορία μπαίνουν τα επιμέρους κόστη – και στην τελική τιμή η χώρα μας είναι η 10η φθηνότερη της ΕΕ και 19% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για το 2025».

ΑΠΕ