Σχεδόν ανύπαρκτη είναι η ελληνική βιομηχανία μουσικής καθώς ο τζίρος της ανέρχεται στα 200 εκατ. ευρώ ή περίπου 0,11% του ΑΕΠ.
Από τις δραστηριότητες παραγωγής και αναπαραγωγής μουσικής υποστηρίζονται περίπου 5,4 χιλιάδες θέσεις πλήρους απασχόλησης στην χώρα μας.
Η έρευνα του ΙΟΒΕ για το οικοσύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής μουσικής στην Ελλάδα, είναι άκρως αποκαλυπτική, καθώς διαπιστώνει χαμηλή παραγωγικότητα, συρρίκνωση και υποστελέχωση.
Εκτός όμως από προβλήματα και τις προκλήσεις υπάρχουν και σημαντικές ευκαιρίες για την μουσική βιομηχανία, η οποία υπολείπεται ως μέγεθος της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Και αν η αξία της μουσικής ως πολιτιστικού αγαθού είναι πραγματικά ανεκτίμητη, η συνεισφορά της στην οικονομία είναι απόλυτα μετρήσιμη και υπολογίσιμη. Ενδεικτικά, όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, η άμεση συνεισφορά του εν λόγου οικοσυστήματος στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ ξεπερνάει κατά πολύ τη συνεισφορά του κλάδου παραγωγής μπίρας και κρασιού. Στην Ευρώπη (ΕΕ-27 και το Ην. Βασίλειο), το ευρύτερο μουσικό οικοσύστημα συνεισέφερε άμεσα και έμμεσα 81,9 δισ. σε όρους ΑΕΠ το 2018, με την αξία εξαγωγών προς τρίτες χώρες να ξεπερνά τα 9,7 δισ. ευρώ., υποστηρίζοντας 2 εκατ. θέσεις εργασίας συνολικά στην οικονομία.
Οι βασικές προκλήσεις
Όπως φαίνεται από την μελέτη του ΙΟΒΕ, η ελληνική μουσική βιομηχανία έχει να αντιμετωπίσει τις παγκόσμιες προκλήσεις όπως οι αλλαγές της τεχνολογίας, πειρατεία, συνδρομητικές υπηρεσίες όπως το Spotify κλπ. Ενδεικτικό των δομικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί στον κλάδο είναι πως πλέον, το 62% των εσόδων για ηχογραφημένη μουσική παγκοσμίως εκτιμάται ότι προέρχεται από πλατφόρμες streaming και λιγότερο από 20% αντιστοιχεί σε έσοδα από την πώληση δίσκων και άλλων φυσικών μέσων. Έχει όμως να αντιμετωπίσει και σημαντικά «εσωτερικά» ζητήματα που διογκωθηκαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Ένα επιπλέον μέτρο για τη μουσική δραστηριότητα στη χώρα αφορά τις μουσικές παραστάσεις. Το τελευταίο έτος πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, στην Ελλάδα παρουσιάστηκαν 1.134 έργα μουσικής (από 1.351 το 2016 και 713 το 2008) σε 1.534 μουσικές παραστάσεις (από 1.632 το 2016 και 1.004 το 2010). Τις παρακολούθησαν 1,1 εκατ. θεατές (σχετικά σταθερός αριθμός την περίοδο 2016-2019, από 818 χιλ. το 2010)
Στην ηχογράφηση και τις μουσικές εκδόσεις, το δυναμικό έχει διατηρηθεί, αλλά η παραγωγή δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτική. Ο αριθμός επιχειρήσεων ηχογράφησης και μουσικών εκδόσεων εκτιμάται σε 289 το 2019, από 332 το 2014 και 372 το 2008. Η αξία παραγωγής έχει σταθεροποιηθεί σε 12-13 εκατ. ευρώ από το 2016. Η παραγωγικότητα του κλάδου σημειώνει πτώση διαχρονικά, ενώ το 2019 σημειώνεται αρνητική τιμή, λόγω της αρνητικής προστιθέμενης αξίας που καταγράφει ο κλάδος το συγκεκριμένο έτος. Στην ΕΕ, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα για το 2019 που σημειώνει αρνητική τιμή στην παραγωγικότητα, κατέχοντας την τελευταία θέση στην ΕΕ
Που καταγράφεται συρρίκνωση
Στον τομέα της εκπαίδευσης, το διδακτικό προσωπικό των μουσικών σχολών και οι σπουδαστές του ενισχύθηκν την τελευταία πενταετία. Ειδικότερα, τα μουσικά σχολεία και τα ωδεία αυξήθηκαν σε 624 το 2020 από 597 το 2017 (+4,5%), Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι εγγεγραμμένοι φοιτητές στον τομέα μουσικής και τεχνών αυξάνονται διαχρονικά, ενώ το ποσοστό γυναικών είναι ιδιαίτερα υψηλό. Η θέση της Ελλάδας ως προς τη συμμετοχή των φοιτητών σε σπουδές μουσικής και τεχνών (φοιτητές στον τομέα μουσικής ως ποσοστό των συνολικών φοιτητών) είναι αρκετά υψηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Ειδικότερα, η χώρα λαμβάνει την 9η θέση, αφήνοντας πίσω χώρες όπως Γερμανία και Γαλλία.
Πού ακούνε μουσική οι Έλληνες – Τι πληρώνουν
Όλα αυτά όταν, όταν η μουσική είναι εξαιρετικά σημαντική για τους Έλληνες, όπως φάνηκε και στην έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της μελέτης του ΙΟΒΕ. Ειδικότερα, όταν ρωτήθηκαν για τη σημασία της μουσικής για τη ζωή και τη καθημερινότητα το 55,1% είπαν ότι αυτή είναι «πολύ σημαντική», το 40,3% «αρκετά σημαντική» και μόλις το 4,6% απάντησε ότι αυτή είναι αδιάφορη. Περίπου τέσσερις στους πέντε ακροατές (78,3%) ακούν μουσική καθημερινά και από αυτούς τους ακροατές το 80% ακούει μουσική για τουλάχιστον 1 ώρα την ημέρα. Το ραδιόφωνο επικρατεί ως μέσο με 76,7% και ακολουθούν οι υπηρεσίες streaming με 54,7%.
Και όμως 4 στους 10 δεν πληρώνουν για μουσική, ενώ γενικότερα, ακόμα και από αυτούς που δηλώνουν ότι πληρώνουν οι περισσότεροι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν περισσότερα από 100 ευρώ ετησίως. Συγκεκριμένα, το 41,1% πληρώνει κάτω από 100 ευρώ, ενώ πάνω από 300 ευρώ πληρώνει μόλις το 3% των συμμετεχόντων στην έρευνα. Το 9,1% πληρώνει ή έχει πληρώσει για συνδρομή σε υπηρεσία streaming μουσικής, με επικρατέστερο πάροχο το Spotify. Ειδικότερα, τρεις στους τέσσερις από αυτούς που πληρώνουν αυτή την περίοδο συστηματικά κάποιου είδους συνδρομή για να έχουν πρόσβαση σε μουσική, επιλέγουν το Spotify, το 17,2% την εφαρμογή apple music, ενώ το 14,1% επιλέγει τις συνδρομητικές υπηρεσίες της Google.