Έκρηξη στο ισοζύγιο: Ελλειμμα 6,95 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο παρά τα υψηλά έσοδα τουρισμού

0
8

Η ισχυρή άνοδος των τουριστικών εσόδων στο πρώτο τρίμηνο και η συγκράτηση του εμπορικού ελλείμματος δεν στάθηκαν ικανές να ανακόψουν την επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών «εκτοξεύτηκε» το α’ τρίμηνο, φθάνοντας στα 6,95 δισ. ευρώ, έναντι 4,95 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025.

Η διεύρυνση του ελλείμματος κατά 2,0 δισ. ευρώ σε μόλις ένα τρίμηνο στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα στο οικονομικό επιτελείο, καθώς δείχνει ότι η εξάρτηση της χώρας από εξωτερική χρηματοδότηση αυξάνει, παρά τις έντονες εισροές «ζεστού» χρήματος από τον τουρισμό.

Μηνιαία εικόνα

Αν εξετάσει κανείς χωριστά τα στοιχεία του Μαρτίου του 2026, η εικόνα μοιάζει αρχικά θετική: το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά 855,2 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, υποχωρώντας στα 2,3 δισ. ευρώ.

Η βελτίωση αυτή στηρίχθηκε κυρίως στη συρρίκνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και στην εντυπωσιακή άνοδο των υπηρεσιών.

Ωστόσο, αυτή η μηνιαία βελτίωση δεν ήταν αρκετή για να αντιστρέψει την αρνητική πορεία του τριμήνου. Η σημαντική διεύρυνση του τριμηνιαίου ελλείμματος οφείλεται πρωτίστως στην επιδείνωση του ισοζυγίου των δευτερογενών εισοδημάτων και, σε μικρότερο βαθμό, στο ισοζύγιο των πρωτογενών εισοδημάτων.

Αντιθέσεις στο εμπόριο

Στον τομέα των αγαθών διαφαίνονται έντονες αντιθέσεις. Σε τρέχουσες τιμές, οι συνολικές εξαγωγές τον Μάρτιο ενισχύθηκαν κατά 26,7% —από τα 3,8 στα 4,8 δισ. ευρώ— ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 7,5% (από 6,9 δισ. ευρώ στα 7,4 δισ. ευρώ).

Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε προσωρινή συρρίκνωση του ελλείμματος αγαθών στα 2,6 δισ. ευρώ από 3,1 δισ. ευρώ για τον Μάρτιο, και στα 8,17 δισ. ευρώ από 8,5 δισ. ευρώ για το πρώτο τρίμηνο.

Ωστόσο, αν εξαιρεθεί η επίδραση των καυσίμων, η εικόνα διαφοροποιείται: οι εξαγωγές αγαθών χωρίς καύσιμα αυξήθηκαν κατά 11,1%, ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές «έτρεξαν» με 13,3% (και 12,6% σε σταθερές τιμές).

Δομικό πρόβλημα στη ζήτηση

Το γεγονός ότι οι εισαγωγές προϊόντων εκτός καυσίμων αναπτύσσονται ταχύτερα από τις εξαγωγές καταδεικνύει ότι η εγχώρια ζήτηση στρέφεται μαζικά προς εισαγόμενα αγαθά. Σε περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας και αναταράξεων, αυτή η τάση επιτείνει το διαρθρωτικό έλλειμμα της χώρας, καθώς η παραγωγική βάση δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς.

Μοναδικό στήριγμα

Το μοναδικό φωτεινό σημείο στην έκθεση της Τράπεζα της Ελλάδος είναι η ισχυρή επίδοση του τουριστικού κλάδου. Το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου υπερδιπλασιάστηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, προσφέροντας πολύτιμη «ανάσα» στα δημόσια ταμεία και μετριάζοντας εν μέρει την συνολική επιδείνωση.

Οι αριθμοί είναι χαρακτηριστικοί: για το α’ τρίμηνο, οι αφίξεις μη κατοίκων ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 38,3%, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εκτοξεύτηκαν κατά +64,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η υπερεξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από το τουριστικό προϊόν αναδεικνύεται και πάλι, καθώς ένας μόνο κλάδος σηκώνει δυσανάλογο βάρος στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων άλλων τομέων.

Χρηματοοικονομικές ροές

Στον τομέα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, οι άμεσες επενδύσεις των μη κατοίκων στην Ελλάδα (Ξένες Άμεσες Επενδύσεις) ανήλθαν σε 3,6 δισ. ευρώ για το πρώτο τρίμηνο. Επιπλέον, οι κατοίκοι της Ελλάδας αύξησαν τις τοποθετήσεις τους σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του εξωτερικού κατά 2,2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας έντονη κινητικότητα στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου.

Εισοδήματα και αποθέματα

Στα ισοζύγια εισοδημάτων που συνέβαλαν σημαντικά στη διόγκωση του ελλείμματος, καταγράφηκαν τα εξής: στα πρωτογενή εισοδήματα σημειώθηκε έλλειμμα 483 εκατ. ευρώ, έναντι 298 εκατ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2025.

Στα δευτερογενή εισοδήματα το πλεόνασμα περιορίστηκε στα 495 εκατ. ευρώ από 2,9 δισ. ευρώ το 2025, στοιχείο που επέδρασε έντονα αρνητικά στο σύνολο του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Ένα θετικό στοιχείο στο τέλος Μαρτίου του 2026 είναι η σημαντική ενίσχυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 21,4 δισ. ευρώ, έναντι 15,7 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του προηγούμενου έτους. Η αύξηση αυτή παρέχει ένα απαραίτητο «μαξιλάρι ασφαλείας».