Του Χρήστου Χωμενίδη
“Του είχαν επιβληθεί δεκαεφτά φορές ισόβια. Βγήκε στα εικοσιτέσσερα χρόνια. Εξέτισε δηλαδή για κάθε δολοφονία ενάμισι έτος ποινής…” δήλωσε ο Κώστας Μπακογιάννης για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο.
Η θλίψη και η οργή του είναι απολύτως σεβαστές. Θυμάμαι τον μικρό τότε Κώστα στην κηδεία του Παύλου Μπακογιάννη, να προσπαθεί να συλλάβει τι είχε συμβεί και πώς ο κόσμος του ανατράπηκε μέσα σε μια στιγμή. Πώς να δεχτεί κανείς ότι κάποιοι στέρησαν τον πατέρα από τον γιο, όταν εκείνος τον είχε περισσότερο ανάγκη; Ότι ως αυτόκλητοι δικαστές τον καταδίκασαν σε θάνατο με ανυπόστατες και φαιδρές κατηγορίες;
Η δημόσια αντίδραση
Ο Παύλος Μπακογιάννης ήταν δημόσιο πρόσωπο. Φτωχός και αυτοδημιούργητος, αντιστάθηκε γενναία στη Χούντα και μετά πολιτεύθηκε με στόχο την υπέρβαση του εμφύλιου τραύματος και την εθνική συμφιλίωση. Όσοι τον πυροβόλησαν το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 1989 δρούσαν κρυφά, στο σκοτάδι, και από το σκοτάδι πάσχιζαν να επηρεάσουν τον ρου της Ιστορίας — σκοτώνοντας.
Η φράση του Κώστα Μπακογιάννη όμως οδηγεί λογικά στο συμπέρασμα ότι ο Γιωτόπουλος θα έπρεπε όχι απλώς να πεθάνει στη φυλακή αλλά και να «παραταθεί» η ζωή του πέρα από κάθε ανθρώπινο προσδόκιμο, ώστε να πληρώσει επαρκώς. Ο βιβλικός Μαθουσάλας έζησε εννιακόσια εξηνταεννέα χρόνια. Στον Γιωτόπουλο, εάν υπολογίζαμε τον εικοσιπενταετή εγκλεισμό ως εύλογη ποινή για κάθε ανθρωποκτονία, τετρακόσια ογδοντατρία χρόνια θα αρκούσαν.
Πολιτικές διαχωριστικές γραμμές
Δεν αστειεύομαι με τον πόνο των άλλων. Γελάω πικρά όμως με τον δημόσιο σχολιασμό της αποφυλάκισης. Οι περισσότεροι τοποθετούνται υπέρ ή κατά με βάση την πολιτική τους τοποθέτηση. Από δεξιά ακούς κραυγές «έπρεπε να ψοφήσει στο μπουντρούμι!». Από αριστερά, λόγια επιείκειας και ενσυναίσθησης — που σε καμία περίπτωση δε θα ακούγονταν αν η 17 Νοέμβρη ήταν μια νεοναζιστική οργάνωση.
Το ξέρω γιατί θυμάμαι πόσο παράταιρος φάνταζε ο Ανδρέας Λεντάκης το 1996 όταν είχε ζητήσει στη Βουλή την αποφυλάκιση των πραξικοπηματιών για λόγους επιείκιας. Τον κατακεραύνωσαν τότε, παρότι ήταν ο ήρωας του αντιδικτατορικού αγώνα.
Η απογοήτευση της Αριστεράς
Πώς είναι δυνατόν, θα απορήσουν οι νεότεροι, ένα τμήμα της Αριστεράς να αντιμετωπίζει με συμπάθεια την 17 Νοέμβρη, η οποία διασύριζε το ιδεώδες του σοσιαλισμού; Και όμως: πολλοί τους έβλεπαν σαν ένοπλους συντρόφους. Απογοητεύτηκαν όταν, με την εξάρθρωση της οργάνωσης το καλοκαίρι του 2002, αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για κάτι «παρτσακλά» με μικροαστική νοοτροπία.
Υπήρξαν ιστορίες όπως «ψυγείο για τη μάνα των Ξηρών από τη λεία των ληστειών». Η αιτιολόγηση ενός χτυπήματος από ανάγκη και οικογενειακό βιασμό της καθημερινότητας — «ο Κουφοντίνας δεν μπορούσε να αναβάλει το χτύπημα εναντίον του Παλαιοκρασσά γιατί η γυναίκα του είχε αγοράσει εισιτήρια για τις οικογενειακές διακοπές» — και έτσι σκοτώθηκε ο Θάνος Αξαρλιάν. Για κάποιους ήταν ρατέδες, όχι οι κομμαντάντε των φαντασιώσεων.
Η αποφυλάκιση ως τυπικό γεγονός
Αν με ρωτούσατε, θα έλεγα ότι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος τυπικά μόνο αποφυλακίστηκε. Στα ογδονταδύο του, κι ας τον κρατούν ακόμα τα κότσια του, είναι αιχμάλωτος της ηλικίας. Τι περισσότερο θα κάνει στο σπίτι του στον Βύρωνα απ’ ό,τι στο κελί του στον Κορυδαλλό; «Εξηντλημένος και κυρτός, σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκκάκι…», για να θυμηθούμε τον Καβάφη.
Επιπλέον, παραμένει κλειστός σαν στρείδι, αρνούμενος μέχρι στιγμής να μετανοήσει ή ακόμα και να παραδεχθεί την ενοχή του.
Η σιωπή ως επιλογή
Αυτή η στάση του με απασχολεί δεκαετίες. Από τότε που δούλευα το μυθιστόρημα Σπίτι και το Κελλί, πεντακοσίων και πλέον σελίδων, που ξεκινά από την εγχώρια τρομοκρατία και μιλά για την ελληνική οικογένεια και τις παθογένειές της. Φοβόμουν μήπως στεναχωρήσω τους συγγενείς των θυμάτων της 17 Νοέμβρη. Τελικά δέχθηκα κριτική από προοδευτική εφημερίδα που δημοσίευε τις προκηρύξεις· με κατηγόρησαν ότι χλευάζω το αντάρτικο πόλεων και ότι ερμηνεύω τη δράση ως έκφραση νοσηρού ναρκισσισμού. Δέχομαι αυτή την κατηγορία.
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, αντίθετα, αρνήθηκε κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες: «Δεν ήμουν εκεί, χτύπαε τον αέρα…», που λέει κι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Γιατί; Ήλπιζε ότι θα έπειθε το δικαστήριο πως τον είχαν συκοφαντικά εμπλέξει τα ομολογημένα μέλη της 17 Νοέμβρη; Ότι τον είχαν υποδείξει ως αρχηγό για κάποιον σκοπό; Δεν ήταν μόνο οι μαρτυρίες των Ξηρών και των “Θεσπρωτών“. Είχε βρεθεί και ιδιόχειρη διόρθωση πάνω σε προκήρυξη με τον γραφικό του χαρακτήρα. Άρα;
Πιστεύω ότι ο Γιωτόπουλος επέλεξε να καταδικάσει τον εαυτό του σε ισόβια σιωπή για να διαφυλάξει τον μύθο της οργάνωσης. Ήθελε αχλύ μυστηρίου, να αφήσει ερωτηματικά και αποσιωποιητικά. Αν ομολογούσε και εξιστορούσε τα «πώς» και τα «γιατί», θα έδινε στη Δικαιοσύνη τη χαρά της πλήρους διαλεύκανσης και η δράση της οργάνωσης θα έκλεινε οριστικά.
Η ανάγκη για εξομολόγηση
Ο καθένας, μετά από κάποια ηλικία, λαχταρά να μοιραστεί την προσωπική του ιστορία για να αισθανθεί δικαιωμένος, να ελαφρύνει, να μαλακώσει τις πληγές εκθέτοντάς τες στο φως. Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας εύχεται «Καλήν Απολογίαν επί του Φοβερού Βήματος».
«Θέλω να βρω έναν άνθρωπο, να πω τα μυστικά μου, μήπως πεθάνω ξαφνικά και μείνουν στην καρδιά μου», τραγούδησε ο μέγας ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου συγκλονιστικά, σε μια ζωντανή ηχογράφηση, δυο μέρες πριν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό, στις 3 Αυγούστου 1972.
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος στέρησε από τον εαυτό του αυτήν τη λύτρωση. Φίμωσε ο ίδιος τη φωνή του. Κατήργησε την εξομολόγηση επειδή του το επέβαλλε μια ιδεολογία που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο. Με αυτή την έννοια, ο ίδιος είναι το τελευταίο θύμα της 17 Νοέμβρη.
* Ο Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας


