Τράπεζα της Ελλάδος και ΕΚΤ δείχνουν: Η απόκλιση επιτοκίων μεγαλώνει

0
16
Σύγκριση Απριλίου: απόκλιση επιτοκίων Ελλάδας στα καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια

Η απόκλιση επιτοκίων Ελλάδας σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ, που είχε περιοριστεί αισθητά το 2024 και το 2025, άρχισε να διευρύνεται και πάλι από τις αρχές του έτους έως τον Απρίλιο, με τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις να πληρώνουν πλέον ελαφρώς υψηλότερα επιτόκια στα νέα δάνεια, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και της ΕΚΤ. Οι συγκρίσεις με τα δεδομένα του Δεκεμβρίου δείχνουν ότι η ψαλίδα άνοιξε, για παράδειγμα, στις προθεσμιακές καταθέσεις από 0,68 σε 0,74 μονάδες, στα καταναλωτικά δάνεια από 3,42 σε 3,60 μονάδες, στα μικρά επιχειρηματικά από 1,02 σε 1,38 μονάδες και στα μεγάλα επιχειρηματικά από 0,17 σε 1,06 μονάδες — με μόνη σχετική εξαίρεση τα στεγαστικά.

Παρά το γεγονός ότι η εικόνα έχει αλλάξει γρήγορα στα πρώτα τέσσερα μήνες του έτους, οι αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ και οι μεταβολές του Απριλίου μπορούν να αλλάξουν περαιτέρω το πλαίσιο: τα στοιχεία που δημοσιοποίησαν η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΕΚΤ αφορούν τον Απρίλιο και σε πολλές κατηγορίες οι τάσεις είναι ανοδικές, οπότε όσα ισχύουν σήμερα ενδέχεται να μεταβληθούν σύντομα. Η συνολική τάση είναι προς αύξηση και η απόσταση από τη ζώνη του ευρώ αρχίζει να μεγαλώνει ξανά.

Στο επίπεδο των καταθέσεων, τα ελληνικά επιτόκια προθεσμιακών αυξήθηκαν οριακά αλλά πολύ λιγότερο απ’ ό,τι στη ζώνη του ευρώ, ενώ στα νέα δάνεια τα στεγαστικά παραμένουν σε καλύτερη θέση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά τα καταναλωτικά και τα επιχειρηματικά δάνεια γίνονται σαφώς πιο ακριβά στην Ελλάδα.

Καταθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό

Στις νέες προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών έως ένα έτος, το μέσο ελληνικό επιτόκιο διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 1,13% μετά από άνοδο 4 μονάδων βάσης, ενώ στη ζώνη του ευρώ η μέση απόδοση έφτασε στο 1,87% με άνοδο 5 μονάδων βάσης. Η διαφορά των 0,74 ποσοστιαίων μονάδων είναι ελαφρώς μεγαλύτερη σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, όταν τα αντίστοιχα επιτόκια ήταν 1,09% για την Ελλάδα και 1,77% για τη ζώνη του ευρώ (διαφορά 0,68 μονάδες).

Στις νέες προθεσμιακές καταθέσεις επιχειρήσεων έως ένα έτος, το μέσο ελληνικό επιτόκιο ήταν τον Απρίλιο στο 1,76%, ενώ στην Ευρωζώνη στο 1,98%. Η ΕΚΤ σημειώνει ότι το επιτόκιο στη ζώνη του ευρώ παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο στο 1,98%, με αποτέλεσμα η ελληνική επιχειρηματική κατάθεση να υστερεί κατά 0,22 ποσοστιαίες μονάδες.

Στεγαστικά δάνεια

Στα νέα στεγαστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο ή αρχικά σταθερό έως ένα έτος, η Ελλάδα ήταν τον Απρίλιο στο 3,49%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφωνόταν στο 3,56%. Η ΕΚΤ αναφέρει αύξηση 6 μονάδων βάσης στη ζώνη του ευρώ γι’ αυτή την κατηγορία, οπότε για τα συγκεκριμένα στεγαστικά η χώρα παραμένει χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στα στεγαστικά με αρχική σταθεροποίηση άνω των δέκα ετών, το μέσο ελληνικό επιτόκιο εμφανίστηκε τον Απρίλιο στο 4,20%, έναντι 3,61% στη ζώνη του ευρώ, με αύξηση 11 μονάδων βάσης μέσα στον Απρίλιο. Στην Ελλάδα το επιτόκιο ήταν τον Μάρτιο στο 4,05% και τον Δεκέμβριο στο 3,84%, υπογραμμίζοντας ότι η «χρυσή ευκαιρία» για σταθερά στεγαστικά το 2025 απομακρύνεται γρήγορα.

Από τα ακριβότερα καταναλωτικά

Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στα καταναλωτικά δάνεια. Στην Ελλάδα το επιτόκιο των νέων καταναλωτικών δανείων αυξήθηκε κατά 138 μονάδες βάσης και έφθασε στο 11,19%, ενώ στη ζώνη του ευρώ η αντίστοιχη τιμή ανέβηκε κατά 13 μονάδες βάσης, στο 7,59%. Έτσι η διαφορά Ελλάδας – ζώνης ευρώ διαμορφώθηκε στο 3,60 ποσοστιαίες μονάδες, από περίπου 3,42 μονάδες τον Δεκέμβριο.

Επιχειρηματικά δάνεια

Στα μικρά επιχειρηματικά δάνεια έως 250.000 ευρώ, το ελληνικό επιτόκιο αυξήθηκε κατά 27 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 5,08%. Στην Ευρωζώνη η κατηγορία αυτή ανέβηκε μόλις κατά 6 μονάδες βάσης, στο 3,70%, με αποτέλεσμα η απόκλιση να φτάσει τις 1,38 μονάδες από περίπου 1,02 τον Δεκέμβριο.

Στα μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, το επιτόκιο στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 54 μονάδες βάσης τον Απρίλιο και διαμορφώθηκε στο 4,37%, ενώ στην Ευρώπη το αντίστοιχο επιτόκιο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 3,31%. Έτσι η απόκλιση έφτασε τις 1,06 μονάδες από μόλις 0,17 τον Δεκέμβριο — δηλαδή μέσα σε τέσσερις μήνες η ψαλίδα άνοιξε κατά περίπου 0,89 ποσοστιαίες μονάδες εις βάρος των ελληνικών επιχειρήσεων.

Συνολικά, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι μετά την περίοδο σύγκλισης το 20242025, η τάση των πρώτων μηνών του επόμενου έτους επαναφέρει την απόκλιση επιτοκίων υπέρ της ζώνης του ευρώ, με ιδιαίτερη επιβάρυνση στα καταναλωτικά και σε πολλές επιχειρηματικές κατηγορίες, και με αβέβαιο τον αντίκτυπο των επόμενων κινήσεων της ΕΚΤ.