ΚΕΦΙΜ-Ανάλυση: Η Ελλάδα μία από τις λίγες θετικές δημοσιονομικές εξαιρέσεις στην ΕΕ. Οι προοπτικές για την περίοδο 2026-2029

0
30
έξοδος Ελλάδας ανισορροπίες: ΚΕΦΙΜ επισημαίνει πρόοδο και προειδοποιεί για κοινού δανεισμού

“Η έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες επιβεβαιώνει την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη για σταθερή δημοσιονομική υπευθυνότητα και βαθύτερες μεταρρυθμίσεις”: στην τοποθέτηση αυτή προχώρησε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών με αφορμή νέα μελέτη πολιτικής, υπό τον τίτλο “Δημοσιονομικές Προκλήσεις και Προοπτικές: Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση”, των Χρήστου Λούκα και Ίωνα Βαλλιάνου.

Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ αναλύει τη δημοσιονομική πορεία της χώρας, εκτιμά τις προοπτικές για την περίοδο 2026-2029 και επισημαίνει εμπλοκές που μπορεί να προκύψουν από την επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034. Το συμπέρασμα τόνισε ότι η έξοδος Ελλάδας ανισορροπίες πρέπει να συνοδεύεται από σταθερές δεσμεύσεις στη δημοσιονομική διαχείριση.

Η μελέτη αναδεικνύει ότι η Ελλάδα είναι σήμερα μία από τις λίγες θετικές δημοσιονομικές εξαιρέσεις στην ΕΕ. Από έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ το 2009, η χώρα πέρασε σε πλεόνασμα 1,3% το 2024, ενώ την περίοδο 2023-2025 συγκαταλέγεται μεταξύ μόλις πέντε κρατών-μελών με θετικό μέσο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μαζί με τη Δανία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Απόδοση και προκλήσεις

Η πρόσφατη αφαίρεση της Ελλάδας από τη λίστα χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτυπώνει σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, μείωση εξωτερικών ανισορροπιών και μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς και συνέχιση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ωστόσο, η αναφορά του ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζει ότι η θετική αυτή πορεία δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εσόδων και λιγότερο στη μείωση των δαπανών, αφήνοντας ευαισθησίες για το διάστημα 2026-2029, όπως την άνοδο των συνταξιοδοτικών δαπανών, τις υψηλές αμυντικές υποχρεώσεις και τα περιορισμένα περιθώρια ευελιξίας στον προϋπολογισμό.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η εικόνα στην ΕΕ παραμένει προβληματική: το συνολικό χρέος της ΕΕ-27 φθάνει στο 81,7% του ΑΕΠ, σχεδόν τα μισά κράτη-μέλη υπερβαίνουν το όριο του 60% της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ενώ 22 από τα 27 κράτη-μέλη κατέγραψαν ελλείμματα την περίοδο 2023-2025.

Κρυφό χρέος και ευθύνη

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο λεγόμενο “κρυφό χρέος”, δηλαδή τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις χωρίς αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Η μελέτη επισημαίνει ότι αυτές οι υποχρεώσεις φτάνουν το 403% του ΑΕΠ για την Ελλάδα, το 429% για την Ιταλία και το 496% για την Ισπανία, καθιστώντας τους επίσημους δείκτες χρέους ανεπαρκείς για πλήρη εκτίμηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι η επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού δεν είναι συνετή χωρίς στενούς μηχανισμούς δημοσιονομικής πειθαρχίας, ελέγχου, λογοδοσίας και αξιολόγησης της χρήσης των πόρων. Ο βασικός κίνδυνος είναι οι νέοι κοινοί πόροι να διοχετευθούν σε βραχυπρόθεσμες δαπάνες και πολιτικά δημοφιλείς παροχές, αντί σε παραγωγικές επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Η μελέτη καταλήγει επίσης ότι το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πρωτίστως η έλλειψη δημόσιων πόρων, αλλά η αδύναμη μετακίνηση ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Η ΕΕ υστερεί κατά 19,7 τρισ. ευρώ έναντι των ΗΠΑ σε συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις, με πολλούς πόρους δεσμευμένους στα αναδιανεμητικά συστήματα και μη διαθέσιμους για τις κεφαλαιαγορές.

Απαραίτητες μεταρρυθμίσεις

Σε δήλωσή του, ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας τονίζει ότι “η πρόσφατη έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες αποτελεί μια σημαντική αναγνώριση της προόδου που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν αυτονόητη και δεν πρέπει να υποτιμάται.

Ταυτόχρονα, όμως, η δημοσιονομική επιτυχία δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δείχνει ότι η Ελλάδα, αλλά και συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκονται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος, οι αυξανόμενες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες και η ανάγκη για περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις είναι ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά.

“Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για την Ευρώπη ο κοινός δανεισμός πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία. Χρειαζόμαστε περισσότερη δημοσιονομική υπευθυνότητα, καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, βαθύτερες μεταρρυθμίσεις και ενεργοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει τόσο τις καταστροφικές συνέπειες της δημοσιονομικής χαλαρότητας όσο και ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι μεν δύσκολη, αλλά εφικτή. Το ζητούμενο τώρα είναι να προστατεύσουμε αυτή την πρόοδο και να τη μετατρέψουμε σε βιώσιμη ανάπτυξη για τα επόμενα χρόνια”, καταλήγει.