Θεόδωρος Στάμος έκθεση ανοίγει στη Roma Gallery με την παρουσίαση της έκθεσης Θεόδωρος Στάμος: Πνευματικό πεδίο, η οποία φιλοξενεί δεκαέξι ζωγραφικά έργα σε χαρτί και καμβά από την όψιμη περίοδο 1970–1993, και διαρκεί από 11 Ιουνίου έως 4 Ιουλίου 2026. Η πρώτη ατομική του παρουσίαση στη γκαλερί επιμελείται από τις Άλια Τσαγκάρη και Ηριδανός Τσιριγκούλης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση φύσης, χρώματος και πνευματικότητας που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο σώμα του έργου του.
Σύντομο βιογραφικό και αρχειακά
Ο Θεόδωρος Στάμος γεννήθηκε το 1922 στο Μανχάταν και ανήκε στην πρώτη γενιά των Αμερικανών Αφηρημένων Εξπρεσιονιστών. Σε ηλικία 21 ετών πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση το 1943 στη Wakefield Gallery and Bookshop με διοργάνωση της Betty Parsons. Τα έργα του παρουσιάστηκαν σε σημαντικές μεταπολεμικές εκθέσεις όπως το Young American Painters (Guggenheim, 1954), The New American Painting as Shown in Eight European Countries 1958-1959 (MoMA) και τη documenta II (Κάσελ, 1959). Από το 1970 πέρασε μεγάλο μέρος του χρόνου του στη Λευκάδα· απεβίωσε το 1997 στα Ιωάννινα και θάφτηκε στη Λευκάδα. Έργα του ανήκουν σε συλλογές όπως το MoMA, το Whitney, το Guggenheim, το Metropolitan και την Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα.
Η έκθεση και οι σειρές
Η έκθεση συγκεντρώνει μια επιλογή δεκαέξι έργων που αντιπροσωπεύουν την όψιμη φάση και συμπυκνώνουν την προσέγγιση του Στάμου, η οποία κινείται μεταξύ ζωγραφικής του χρωματικού πεδίου και χειρονομιακής αφαίρεσης χωρίς να ταυτίζεται με καμία από τις δύο. Οι υποενότητες της έκθεσης όπως οι σειρές Λευκάδα, Ιερουσαλήμ και Τορίνο συγχωνεύουν την εμπειρία συγκεκριμένων τόπων με μια αφαιρετική γλώσσα που αναπτύχθηκε μέσα από τη μακρόχρονη μελέτη της φύσης.
Στο κέντρο της θεωρητικής τοποθέτησης του Στάμου βρίσκεται η άποψη του ίδιου περί φύσης ως πνευματικού πεδίου. Όπως είχε διατυπώσει ο ίδιος: «Η τέχνη είναι ο εορτασμός του αγνώστου — η φύση ένα πνευματικό πεδίο μέσα στο οποίο ο δημιουργικός νους ασχολείται με την ερμηνεία αξιών και όχι με την περιγραφή γεγονότων». – Θεόδωρος Στάμος
Θεωρητικές αναφορές και λόγος
Η προσέγγιση του Στάμου στην αναγωγή της φύσης σε κοσμολογική αρχή επαίνεσε νωρίς και ο θεωρητικός ζωγράφος Barnett Newman, ο οποίος στο κείμενό του για τον κατάλογο της έκθεσης του 1947 υπογράμμισε: «Το έργο του Θεόδωρου Στάμου, λεπτό και αισθησιακό καθώς είναι, αποκαλύπτει μια στάση απέναντι στη φύση που μοιάζει περισσότερο με πραγματική «κοινωνία» (communion)».
Γύρω στο 1953 ο Στάμος συνέταξε την καθοριστική διάλεξη που φέρει τον τίτλο «Why Nature in Art» [Γιατί η φύση στην τέχνη] και την παρουσίασε σε πανεπιστήμια. Η εισαγωγή της διάλεξης αποτυπώνει τον πυρήνα της αναζήτησής του: «Το γιατί η φύση στην τέχνη αποτελεί το μεγάλο ερώτημα στο οποίο προσπαθώ να απαντήσω εδώ και πολύ καιρό. Όσο ζω και εργάζομαι με αυτό το ευρύ θέμα, μετατρέπεται στο πρόβλημα του τι, του πώς και του γιατί της φύσης στην τέχνη».
Περιγραφή ορισμένων έργων
Το πρωιμότερο χρονολογικά έργο της έκθεσης είναι το Ατέρμονο Πεδίο – Σειρά Λευκάδα #III (1974). Η σύνθεση βασίζεται σε ένα περιορισμένο μορφολογικό λεξιλόγιο όπου το κυρίαρχο μπλε πεδίο, με διαβαθμίσεις ουλτραμαρίν, κυανό, ηλεκτρικό μπλε και μπλε κοβαλτίου, δημιουργεί αίσθηση απεραντοσύνης. Δύο σκούρες επιμήκεις μορφές και μια λευκή καμπύλη στο κάτω τμήμα ισορροπούν την κατακόρυφη διάταξη και υπονοούν ορίζοντα χωρίς αναπαράσταση.
Κυρίαρχο στοιχείο στα έργα είναι η κατακόρυφη αντιπαράθεση ασύμμετρων χρωματικών πεδίων που διαρρηγνύουν τις ατμόσφαιρες με παλλόμενες κυματοειδείς κινήσεις. Λεπτές γραμμές-ρηγματώσεις και οδοντωτοί ορίζοντες εισάγουν ποικίλες αποχρώσεις ροζ, μωβ, πράσινου, μπλε ή χρυσαφένιου φωτός, ενώ τα μεγάλα μονοχρωματικά σχήματα φαίνεται να υπερβαίνουν την ανθρώπινη κλίμακα του τελάρου.
Χρωματικότητα και υλικότητα
Ο Στάμος αντιλαμβανόταν τα θέματα πρωτίστως μέσω του χρώματος, δουλεύοντας με απαιτητικές κλίμακες όπως άλικα, βαθιά κόκκινα του καδμίου, κόκκινες γαίες, ουλτραμαρίν, ίντιγκο και βαθιά ιώδη κοβαλτίου, δημιουργώντας μια σκοτεινή χρωματική ατμόσφαιρα που παραπέμπει εν μέρει στον ύστερο Rothko, αλλά με πιο γήινη και απτή υλικότητα. Οι ρηγματώσεις των επιφανειών του μοιάζουν συχνά με πετρώματα ή απολιθώματα, ανακαλώντας τη βιομορφική του γλώσσα από τη δεκαετία του 1940.
Στα Ατέρμονα πεδία επανεμφανίζονται τα ρευστά ιδεογράμματα των πρώιμων βιομορφικών του έργων, τώρα απογυμνωμένα από περιγραφικές λεπτομέρειες και μετασχηματισμένα σε αφαιρετικά σημεία. Τα καλλιγραφικά ίχνη αναδύονται από στρώματα χρώματος με ποικίλους βαθμούς ευκρίνειας, επιβεβαιώνοντας τη συγγένεια των έργων με την πρωτόγονη και αρχαϊκή τέχνη.
Τόποι ως πνευματικά πεδία
Η ενότητα Ατέρμονο Πεδίο – Σειρά Ιερουσαλήμ μετασχηματίζει την εμπειρία ενός συγκεκριμένου τόπου σε οικουμενικό πνευματικό γεγονός. Σε έργα που αναφέρονται στη Φλεγόμενη βάτο, η φωτιά εγγράφεται στη ζωγραφική ύλη· θερμές γαίες και βαθιά κόκκινα οργανώνονται σε πεδία που φαίνεται να ακτινοβολούν από το εσωτερικό τους, ενώ λευκές επιστρώσεις λειτουργούν ως καπνός, φως ή ίχνος χρόνου.
Παρότι οι τίτλοι των σειρών παραπέμπουν σε τόπους όπως η Λευκάδα, η Ιερουσαλήμ και το Τορίνο, η ζωγραφική δεν αποδίδει οπτικά αυτά τα μέρη· οι τόποι γίνονται «πνευματικά πεδία». Όπως παρατηρεί η Barbara Cavaliere, «δεν είναι περισσότερο ελληνικά ή αμερικανικά, αλλά υπερβαίνουν τέτοιες [τοπικές] ιδιαιτερότητες και αποκτούν έναν οικουμενικό χαρακτήρα».
Συμπέρασμα και αξία
Υπό την επίδραση του μινιμαλισμού ο Στάμος διευρύνει τις φορμαλιστικές του αναζητήσεις, και τα Ατέρμονα πεδία εμφανίζονται ως ολοκλήρωση των ζωγραφικών του επιδιώξεων και ως η πιο εναργής διατύπωση της πνευματικής του σκέψης. Η αναφορά στον Caspar David Friedrich και η θεωρητική συζήτηση για το «Υπέροχο» του Edmund Burke λειτουργούν εδώ ως σημείο αναφοράς για την εμπειρία της απεραντοσύνης που επιδιώκει να ενεργοποιήσει η ζωγραφική του Στάμου.
Συνολικά, τα έργα της έκθεσης συγκροτούν ένα συνεκτικό οπτικό αφήγημα που επανατοποθετεί τον Θεόδωρο Στάμο στον πυρήνα του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την χειρονομία προς μια εσωτερική, μεταφυσική εμπειρία του χρώματος και του πεδίου. Θεόδωρος Στάμος έκθεση στη Roma Gallery αναδεικνύει αυτή την διαρκή, παλλόμενη πνευματικότητα του έργου του.
Κεντρική εικόνα θέματος: Ατέρμονο πεδίο, Σειρά Ιερουσαλήμ #VI, 1984, ακρυλικό σε χαρτί, 77,4 × 56,7 εκ. (λεπτομέρεια έργου)



