Πώς το μέλλον του ελληνικού ξενοδοχείου θα αλλάξει τους ταξιδιώτες

0
14
Μελέτη για το μέλλον ελληνικού ξενοδοχείου: τάσεις, προκλήσεις και ευκαιρίες για τον κλάδο

Το μέλλον ελληνικού ξενοδοχείου αναλύεται στη μελέτη με τίτλο «Το Μέλλον του Ελληνικού Ξενοδοχείου: Ευκαιρίες & Προκλήσεις» που εκπόνησε η Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ) σε συνεργασία με τη Deloitte Ελλάδος.

Η έρευνα στηρίχθηκε σε εκτενή πρωτογενή συλλογή δεδομένων που έγινε κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2026, με τη συμμετοχή περισσότερων από 250 ξενοδοχειακών επιχειρήσεων από ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

Το δείγμα κρίνεται αντιπροσωπευτικό ως προς το μέγεθος των επιχειρήσεων και περιλαμβάνει νησιωτικές, ηπειρωτικές και αστικές περιοχές, προσφέροντας εικόνα για τις τάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον του κλάδου.

Σύνοψη βασικών ευρημάτων

Στις γενικές τάσεις αναδεικνύεται ένα κλίμα «συγκρατημένης αισιοδοξίας», καθώς το 66% των ξενοδόχων αξιολογεί θετικά τις προοπτικές για την επόμενη τριετία. Η ανάπτυξη πλέον συσχετίζεται περισσότερο με την αναβάθμιση υποδομών και την ποιότητα υπηρεσιών (79%) και λιγότερο με την απλή αύξηση δυναμικότητας, ενώ η παροχή εμπειριών υψηλής προστιθέμενης αξίας αναφέρεται από το 55% των επιχειρήσεων.

Στον τεχνολογικό τομέα η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζεται επιλεκτικά: το 59% των ξενοδόχων σκέφτεται επενδύσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με βασικές προτεραιότητες την ανάλυση δεδομένων (56%), το revenue management (48%) και το marketing. Ως εμπόδια αναφέρονται το υψηλό κόστος επένδυσης (53%) και η έλλειψη τεχνογνωσίας (42%).

Οι ελλείψεις σε προσωπικό παραμένουν κρίσιμο ζήτημα: το 55% δηλώνει μεγάλη δυσκολία στη στελέχωση, κυρίως στα τμήματα καθαριότητας (73%) και κουζίνας & σέρβις (64%). Οφείλεται κυρίως στην έλλειψη διαθέσιμου προσωπικού (67%) και στην εποχικότητα (63%), ενώ το 77% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι οι δεξιότητες εξυπηρέτησης και τα soft skills θα είναι καθοριστικές.

Τεχνολογία, δεξιότητες, βιωσιμότητα

Στον τομέα της βιωσιμότητας πολλές επιχειρήσεις ήδη εφαρμόζουν πρακτικές με άμεσο λειτουργικό όφελος, όπως την εξοικονόμηση ενέργειας (88%) και νερού (55%). Το 39% βλέπει τη βιωσιμότητα κυρίως ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά το κόστος επένδυσης (38%) και η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία (34%) περιορίζουν την περαιτέρω υιοθέτηση.

Σχετικά με τον ταξιδιώτη του μέλλοντος, οι επισκέπτες αναμένεται να γίνουν πιο απαιτητικοί στην ποιότητα υπηρεσιών (83%) αλλά και πιο ευαίσθητοι στην τιμή (63%). Η αναψυχή παραμένει ο κύριος λόγος ταξιδιού (90%), ενώ στοιχεία όπως η τοπική γαστρονομία (43%) και οι δραστηριότητες στη φύση (36%) ενισχύουν την εμπειρία.

Ο κλάδος τονίζει επίσης την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις με άμεσο οικονομικό και λειτουργικό αποτύπωμα: το 76% θέτει ως κορυφαία προτεραιότητα τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων και το 72% υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης βασικών υποδομών όπως ενέργεια, ύδρευση και μεταφορές.

Προτεραιότητες και πολιτεία

Ο Γιάννης Χατζής, Πρόεδρος του Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων δήλωσε: «Στη μελέτη αποτυπώνεται με σαφήνεια η ανάγκη για ένα πιο σταθερό και ανταγωνιστικό περιβάλλον, με το 76% των επιχειρήσεων να θέτει ως προτεραιότητα τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων και το 72% να αναδεικνύει τη σημασία της ενίσχυσης των βασικών υποδομών για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού. Ταυτόχρονα, το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό (98%) περιορισμένης ικανοποίησης από τη συνεργασία με την Πολιτεία αναδεικνύει ένα διαχρονικό έλλειμμα ουσιαστικού διαλόγου. Συχνά, αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους θεσμικούς εκπροσώπους του κλάδου, με αποτέλεσμα να μην συνεκτιμώνται επαρκώς οι πραγματικές συνθήκες της αγοράς, οι ιδιαιτερότητες των προορισμών και οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, γεγονός που περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική του κλάδου. Η ανατροπή αυτής της εικόνας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη και μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από συστηματικό διάλογο, σταθερούς κανόνες και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ Πολιτείας και αγοράς».

Σε κρίσιμο μεταβατικό σημείο

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, ο Βασίλης Καφάτος, Partner, Growth Leader, Transportation, Hospitality & Services Leader της Deloitte Ελλάδος, δήλωσε: «Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο μετάβασης, όπου η ανάπτυξη δεν συνδέεται πλέον με την αύξηση της δυναμικότητας και των επισκεπτών, αλλά κυρίως με την αύξηση της ποιότητας, τη δυνατότητα δημιουργίας διαφοροποιημένων αυθεντικών εμπειριών φιλοξενίας, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση της αβεβαιότητας, και τελικά την αύξηση της συνολικής αξίας για την οικονομία, αλλά και για το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν έναν κλάδο που αντιμετωπίζει με ρεαλισμό τις προκλήσεις της νέας εποχής, και αναγνωρίζει ως προτεραιότητες την εστίαση και τις επενδύσεις στις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, στη βιωσιμότητα ως στρατηγικό πλεονέκτημα και στο ανθρώπινο δυναμικό καθώς και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων».

Από την πλευρά του, ο Στέφανος Παπανίκος, Principal, Strategy & Transactions, Tourism & Hospitality Expert της Deloitte Ελλάδος σημείωσε: «Η μελέτη αποτυπώνει με σαφήνεια ότι το ξενοδοχείο του μέλλοντος διαμορφώνεται μέσα από έναν ευρύτερο ολιστικό μετασχηματισμό, στον οποίο η τεχνολογία, τα δεδομένα, η εμπειρία πελάτη και το ανθρώπινο δυναμικό λειτουργούν συμπληρωματικά. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη αντιμετώπισης κρίσιμων διαρθρωτικών ζητημάτων, όπως η στελέχωση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η πρόσβαση σε επενδυτικούς πόρους. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων απαιτήσεων και εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, η ικανότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιήσουν στρατηγικά την καινοτομία και να επενδύσουν σε βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης θα αποτελέσει βασικό παράγοντα της μελλοντικής τους πορείας».