Ανοιχτά και από καρδιάς μίλησε ο Βασίλης Μπισμπίκης για την «ανθρωποφαγία» που έχει υποστεί και για όσα τον κρατούν όρθιο. Ο ηθοποιός αναφέρθηκε στους «δημόσιους δικαστές» και την αμείλικτη κριτική που έχει δεχθεί για την προσωπική του ζωή και τη σχέση του με τη Δέσποινα Βανδή, τονίζοντας ότι η κοινωνία έχει πλέον εθιστεί στη βία της καθημερινότητας.
Συνέντευξη για τη νέα παράσταση
Ο Βασίλης Μπισμπίκης έδωσε συνέντευξη στο ένθετο «Νησίδες» με αφορμή τη νέα του θεατρική δουλειά, αποκαλύπτοντας ότι η αγαπημένη του, η τέχνη και οι δικοί του άνθρωποι αποτελούν το καταφύγιό του.
Σε ερώτηση για το πού βρίσκεται σήμερα η πραγματική λογοκρισία —το κράτος, η αγορά, η τηλεοπτική εικόνα, τα κοινωνικά δίκτυα ή ο φόβος του καλλιτέχνη να χάσει το κοινό του— απάντησε με ειλικρίνεια.
«Δεν με προστατεύει τίποτα»
«Εγώ σωσμένος δεν είμαι, ας ξεκινήσουμε από εκεί. Δεν είμαι σωσμένος. Δεν με προστατεύει τίποτα. Ειδικά τελευταία κοιτάζω να βγει η κάθε μέρα.» συνέχισε, «Μέρα τη μέρα. Δεν μιλάω για την ιδεολογία, τα συναισθήματα και τα πιστεύω μου. Μιλάω για τα όσα ζω απ’ έξω – αυτά είναι οχετός.»
Ο ίδιος επισήμανε πως όχι μόνο έχει γίνει συνηθισμένο, αλλά και ότι στήνονται δημόσια δικαστήρια, κυρίως τηλεοπτικά. «Εγώ το έχω βιώσει στα πάντα μου: για τη Δέσποινα και τη σχέση μας, για το πως κινούμαι, πως φαίνομαι, για το περιστατικό με το αυτοκίνητο.»
Άμεση και επεμβατική δημοσιότητα
Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται δημόσια αυτά τα ζητήματα, είπε, είναι ασύλληπτα παρεμβατικός: «πάνω μου έγινε ανθρωποφαγία.» Πρόσθεσε ότι, ως καλλιτέχνης, ο καθένας σκέφτεται φυσικά να αρέσει στο κοινό, αλλά αυτό αποτελεί παγίδα γιατί σε απομακρύνει από την προσωπική σχέση με την τέχνη σου.
Σημείωσε ότι όσοι παράγοντες λειτουργούν ως φορείς λογοκρισίας μπορούν να κλείσουν κάποιον στο σπίτι, να του κλείσουν το μυαλό και να τον αποτρέψουν να είναι ο ίδιος. «Αν εγώ δηλαδή άκουγα όλα όσα λένε για μένα, αν προσπαθούσα να υπάρξω στην εικόνα που θέλουν για μένα, θα είχα χαθεί.»
Τι τον κρατάει όρθιο
Στην απάντηση στην ερώτηση «Τι μπορεί να μας κρατήσει;» συνέκρινε απλά: «Αυτό που αγαπάμε αληθινά. Εμένα με κρατάει η τέχνη, η Δέσποινα και οι δικοί μου άνθρωποι.»
Εξήγησε ότι η τέχνη αποτελεί για εκείνον το μεγαλύτερο καταφύγιο και γι’ αυτό επέλεξε να ασχοληθεί μ’ αυτήν: για να απομακρύνεται από την πραγματικότητα και να εισέρχεται στον θεατρικό κόσμο, όπου κάνει και τον αγώνα του για όλους μας. Θέλει ο θεατής, φεύγοντας από την παράσταση, να έχει κυρίως ερωτήματα για τον ίδιο.
Περιγράφοντας την παράσταση, είπε ότι είναι ένα σοκ όπως πολλά από όσα κάνει. «Με το σοκ εμβολίζεις καλύτερα την ψυχή του θεατή. Ώστε να γεννηθούν στο μυαλό του ερωτήματα που τον αφορούν προσωπικά. Αυτό θέλω. Να προβληματιστεί. Να μείνει σε αυτό και μετά.»
Επεσήμανε την αξία της συζήτησης μετά την παράσταση, όπως αυτές που γίνονται στο καφενείο έξω από το θέατρο ή όπως συνέβη με την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη: να μείνουν οι παρέες, να μιλήσουν και να δημιουργηθεί ουσιαστικός διάλογος.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο NewsIT.


