Αλλεργίες στα παιδιά: Πότε ξεκινούν, πόσο συχνές είναι και πώς τις προλαμβάνουμε

0
9

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι αλλεργίες εμφανίζονται στην παιδική ηλικία και συχνά δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την κληρονομικότητα.

Έκταση του προβλήματος

Οι αλλεργίες πλήττουν μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού και σήμερα αποτελούν μια από τις συχνότερες χρόνιες μη μεταδοτικές παθήσεις. Στην Ευρώπη εκτιμάται ότι περίπου 150 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με κάποια αλλεργική νόσο, όπως αλλεργική ρινίτιδα, άσθμα, ατοπική δερματίτιδα ή τροφική αλλεργία, ενώ παγκοσμίως οι αλλεργικές παθήσεις επηρεάζουν ήδη πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους.

Η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών υγείας και οικογενειών μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την υγεία των παιδιών και να μειώσουν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των αλλεργιών.

Αναφορές από την πρωτοβάθμια φροντίδα

Σε μελέτη καταγραφής που πραγματοποιείται σε Κέντρα Υγείας σε όλη την Ελλάδα, περισσότεροι από το 50% των επισκεπτών δηλώνουν προβλήματα επίμονων ρινικών συμπτωμάτων, ενώ πάνω από 20% είναι το ποσοστό των ατόμων με διαγνωσμένη αλλεργική ρινίτιδα, αναφέρει στο ενημερωτικό δελτίο του ΕΟΔΥ ο Νίκος Παπαδόπουλος, Καθηγητής Αλλεργιολογίας ΕΚΠΑ.

Όπως σημειώνει ο ίδιος: “Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι θυμούνται τις αλλεργίες την άνοιξη, όταν η γύρη αυξάνεται και τα συμπτώματα ρινίτιδας ή επιπεφυκίτιδας γίνονται πιο έντονα. Αυτή όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.” Πίσω από το εποχικό φτέρνισμα μπορεί να κρύβεται χρόνια φλεγμονή, διαταραγμένος ύπνος, επιβάρυνση του άσθματος και ανάγκη για σωστή διάγνωση και μακροχρόνιο σχέδιο αντιμετώπισης, όχι μόνο για γρήγορη ανακούφιση.

Πότε εμφανίζονται οι αλλεργίες

Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους οι αλλεργίες ξεκινούν κατά την παιδική ηλικία.

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι από τις πιο συχνές χρόνιες καταστάσεις στα παιδιά και στους εφήβους, με εκτιμήσεις που σε ορισμένους πληθυσμούς φτάνουν έως και το 40%. Στην Ευρώπη έχουν αναφερθεί ποσοστά έως 20% για παιδικό άσθμα, 15% για αλλεργικές δερματοπάθειες και 8% για τροφική αλλεργία. Συχνά αυτές οι νόσοι συνυπάρχουν ή εμφανίζονται διαδοχικά.

Σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα

Οι επιπτώσεις των αλλεργιών είναι άμεσες και έμμεσες, ατομικές και κοινωνικές. Δεν περιορίζονται στα κλασικά συμπτώματα όπως φτέρνισμα, βήχας ή εξανθήματα.

Οι αλλεργίες διαταράσσουν τον ύπνο, τη συγκέντρωση, τη σχολική απόδοση και τη σωματική δραστηριότητα. Αυξάνουν τις επισκέψεις σε υπηρεσίες υγείας και επιβαρύνουν τις οικογένειες με απουσίες από το σχολείο ή την εργασία.

Ενδεικτικό είναι ότι έφηβοι με ενεργά συμπτώματα αλλεργικής ρινίτιδας την ημέρα εξετάσεων έχουν περίπου 40% μεγαλύτερη πιθανότητα απρόσμενης πτώσης στη βαθμολογία τους· η πιθανότητα αυτή ανεβαίνει έως περίπου 70% όταν χρησιμοποιούν παλαιότερα αντιισταμινικά που προκαλούν υπνηλία.

Κληρονομικότητα και περιβάλλον

Οι αλλεργίες επηρεάζονται από την κληρονομικότητα: παιδιά με γονείς ή αδέλφια που έχουν αλλεργίες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν και τα ίδια. Ωστόσο, η κληρονομικότητα δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση.

Πολλά παιδιά αναπτύσσουν αλλεργία χωρίς οικογενειακό ιστορικό, γεγονός που αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο του περιβάλλοντος. Ο καπνός, η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι αλλαγές στη διατροφή, η έκθεση σε αλλεργιογόνα, οι λοιμώξεις και η κλιματική αλλαγή μεταβάλλουν το συνολικό φορτίο κινδύνου.

Μέτρα πρόληψης

Υπάρχουν προληπτικά μέτρα σε επίπεδο πληθυσμού και καθημερινής φροντίδας. Η αποφυγή του καπνίσματος, ειδικά κατά την εγκυμοσύνη και στο σπίτι, και η μείωση της έκθεσης στη ρύπανση προστατεύουν το αναπνευστικό.

Η σωστή φροντίδα του δέρματος, ιδιαίτερα σε παιδιά με έκζεμα, καθώς και η έγκαιρη εισαγωγή τροφών στο πλαίσιο της συμπληρωματικής διατροφής από τον 4ο έως τον 6ο μήνα μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των τροφικών αλλεργιών.

Η μεσογειακή διατροφή φαίνεται επίσης να σχετίζεται με λιγότερα συμπτώματα άσθματος.

Αντιμετώπιση των υπαρχουσών αλλεργιών

Για τα παιδιά που έχουν ήδη εκδηλώσει αλλεργία υπάρχουν αποτελεσματικές λύσεις. Η σύγχρονη διαγνωστική επιτρέπει ακριβή εντοπισμό των υπεύθυνων αλλεργιογόνων και την επιλογή κατάλληλης στρατηγικής: εκπαίδευση και αποφυγή όταν χρειάζεται, σύγχρονα φάρμακα, βιολογικοί παράγοντες ή ειδική ανοσοθεραπεία απευαισθητοποίησης.

Προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η σωστή καθοδήγηση των παιδιών και των οικογενειών από την πρωτοβάθμια φροντίδα, τους παιδιάτρους, τους γενικούς και οικογενειακούς γιατρούς και τους φαρμακοποιούς, σε συνεργασία με τους ειδικούς.

Φωτογραφία iStock